Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Μια ορφανή από την γέννησή της αδελφότητα

Αν κάπου θα μπορούσα να χωρέσω την σημερινή ασχημάτιστη ανησυχία μου, αυτό θα ήταν στο μοναστήρι του μυαλού μου. Ένα ασκητήριο πιο θρησκευτικό, ακόμη και από τους πρωτο – πιστούς, ακόμη και αν όπως έχω πολλάκις αναφέρει πως η πίστη μου δεν έχει αντικείμενο να επενδυθεί. Μέσα στο κεφάλι μου βρίσκεται μία ολόκληρη κοινότητα σε μερική συνεργασία και με ψυχαναγκαστική αναζήτηση σκοπού, ο οποίος προσεγγίζεται με χειρωνακτική εργασία και μυστικιστικές διεργασίες. Εντάξει, το υπαρξιακό, χωράει στο ίδιο παλτό με την ίδια άνεση που χωράει και ο μυστικισμός. Προσωπικά, τους δικούς μου συλλογισμούς τούς αμφισβητώ έντονα όσον αφορά στην λογική τους σύνδεση. Δεν ξέρω αν χώνεται κάπου το ασυνείδητο, αν έχω πολλές άμυνες ή καθόλου, πάντως μού αρέσει αυτό το βράδυ να σκέφτομαι το νου μου, ως κοινοβιακό μοναστήρι χωρίς θέμα.
                Δεν μυρίζει λιβάνι, αλλά καλοκαιρινή νύχτα, δεν ακούγονται προσευχές, αλλά η ελπίδα γουργουρίζει σε κάθε εγκεφαλικό κύτταρό μου, λιμασμένη. Ακόμη και η νοερή μακέτα του κοινοβίου αυτού, δεν έχει τα απαραίτητα κατά τη νόρμα επίπεδα αδελφοσύνης, ή ακόμη και κοινοκτημοσύνης. Μερικές φορές ξαφνιάζομαι από τα κρυμμένα αποθησαυρισμένα παράγωγα ορισμένων κομματιών μου από κάποια άλλα πιο «έντιμα». Κι όμως, για να μπορώ να γράφω και να πληρώνω την τροφή του σώματός μου – εννοώντας, η υπερβολική, το να βιοπορίζομαι – αυτό σημαίνει ότι όλα τα μέλη του νου υπακούουν με διαφορετικό τρόπο, αλλά τελικά, υπακούν στην ηγουμένη της κοινότητας.
                Αυτή την στιγμή, λοιπόν, νομίζω ότι η συγκεκριμένη έχει αποσυρθεί στο ολόιδιο με τα υπόλοιπα, κελί της και εξουθενωμένη στριφογυρίζει στο στενό κρεβάτι της μήπως προλάβει να ξεκουράσει κάτι, από αυτό που έχει λίγο ακόμη να γεράσει, προτού πεθάνει κι αυτό. Η δαχτυλογράφος δεν είναι και εκείνη άλλη, από ένα ακόμη μπερδεμένο μέλος αυτού του παράξενου τρόπου ζωής. Όχι, βέβαια, πιο παράξενος από τον εγκόσμιο. Σήμερα μένει ξύπνια, ανακουφισμένη από τον ύπνο που συντροφεύει την φυσική ευτυχία των αδελφών της, σε ένα στενό με πανύψηλους τοίχους δωμάτιο, γεμάτο μέχρι το όχι και τόσο σύγχρονο πανύψηλο ταβάνι βιβλία ειδικού περιεχομένου. Σκέφτεται πως ο εγκλωβισμός δεν έχει τελικά να κάνει τόσο με το χώρο, το περιβάλλον, ή ακόμη και τις επιλογές. Ο εγκλωβισμός είναι η άλλη όψη της ελευθερίας. Μπορεί να κάθεται στην δερμάτινη βαριά πολυθρόνα της κάτω από το κίτρινο ημίφως που αντανακλάται σε όση έχει μείνει, ακάλυπτη από σελίδες, ξύλινη επιφάνεια, ώρες πολλές, γνωρίζοντας ότι ακριβώς το να βγει παραέξω, αυτό θα είναι και ο ασφυκτικός περιορισμός της.
                Όταν έχεις να επιλέξεις, νιώθεις πως υπάρχει μέλλον, πως, ακόμη και αν στο επόμενο λεπτό είναι προγραμματισμένο να σκάσουν τα έντερά σου, εσύ θα είσαι μέχρι της ελεύσεώς του, απόλυτα σίγουρος, ότι το τέλος αναβάλλεται τουλάχιστον μέχρι της ανάγνωσης της τελευταίας σελίδας του αναγνώσματός σου. Μέσα στην τεράστια, για τα δεδομένα της, βιβλιοθήκη, κατάφερε να δώσει συνέχεια στην υποθετική γραμμική της ύπαρξη. Κι όμως, αυτή την στιγμή, δεν διαβάζει παρά δακτυλογραφεί. Δίχως θέμα, δίχως σκοπό και με γενική πρόγνωση, την επομένη, η ηγουμένη να λυπηθεί για την απώλεια των λογικών της νεαρής γραμματιζούμενής της. Κουτουλάει απαλά το μέτωπό της στο γραφείο και προσπαθεί να θυμηθεί πως κάποτε ένιωθε διαφορετικά.
                Για παράδειγμα κάποτε ανυπομονούσε να μαζέψει καλαμπόκια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η αδερφή που κοιμάται στο ακριβώς από κάτω κελί της, ανυπομονεί να εξαφανιστεί από τις συνάξεις, όχι για την ελπίδα στο μέλλον, αλλά γιατί οι μαστοί της αγαπημένης αγελάδας της, σίγουρα θα έχουν αρχίσει να πονάνε από το βάρος του παραπάνω γάλακτος, και πρέπει να τρέξει να την ταϊσει και να την ανακουφίσει. Το ίδιο και κάτι κατσίκες που μόλις απέκτησε. Και από εκεί να βάλει όλη της την τέχνη να φτιάξει προμήθειες, προκειμένου να μπορεί αυτήν ακριβώς την στιγμή να ηδονίζεται από τον πόνο της κούρασης του σώματος, όπως απλώνεται με φθίνουσα ισχύ σιγά σιγά στο κρεβάτι της. Δεν θυμάται καν αν πρόλαβε να ψελλίσει μια πρόχειρη προσευχή. Όμως στο δικό μου κοινόβιο δεν υπάρχει θεός, αλλά αυτό το κάτι που μας υπερβαίνει όλες μας. Και σε αυτό ελπίζουμε προκειμένου να γεμίσουν οι ρωγμές στο κτίριο που με τόσο κόπο φτιάξαμε, βοηθώντας η καθεμιά με τον τρόπο της. Η αδερφή αυτή, λοιπόν, δεν πρόλαβε να ελπίσει σήμερα, ακριβώς γιατί αυτό που χρειαζόταν ήταν ο ύπνος και να αποκάμει για μερικές ώρες, πριν το χορτάρι στην κοιλιά του μεγάλου ζώου, δώσει εκ νέου «καρπό».

                Μα είπα ήδη ένα μεγάλο ψέμα. Το χτίσμα δεν το φτιάξαμε μόνες μας. Βοήθησε και κόσμος από έξω. Στις αρχές ήρθανε πολλοί, θυμάμαι, και ο σκοπός του καθενός ήταν προσωπικός και πλέον είμαι σίγουρη, άγνωστος στον οποιονδήποτε άλλο. Δεν μπορώ να κατηγορήσω που ανθρώπινα χέρια οδήγησαν σε ρωγμές ανάμεσα στα δωμάτιά μας, αφού όλες μας έχουμε κάτι από ανθρώπινη φύση κάτω από τις φορεσιές μας. Το ανθρώπινο είναι μοναδικό. Κι όμως, εγώ που συνεχίζω να γράφω, είμαι και γω άνθρωπος. Για ποιον λόγο δε νυστάζω, παρά θα με πάρουν τα χαράματα ανέτοιμη για έναν περίπατο στον κήπο με τις πιπεριές και τα κολοκυθάκια, που τα σπείραμε όλες μαζί δακρύζοντας στα θεμέλια κατεδαφισμένη εκκλησία μας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου