Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Ενοχή και απόγνωση

«Κι είχα αισθανθεί και οίκτο πριν από λίγο: βέβαια, θα μπορούσα να είχα βοηθήσει εκείνο το κοριτσάκι. Μα γιατί δεν το βοήθησα; Απλούστατα, γιατί μου ήρθε εκείνη η ιδέα, τη στιγμή που με τραβούσε από το μανίκι και με φώναζε, κι επειδή είχε τεθεί μπροστά μου εκείνο το ερώτημα, μα με εξερέθιζε. Και ο θυμός μου προερχόταν από τον εξής συλλογισμό: Αφού αποφάσισα να βάλω μόνος μου τέλος στη ζωή μου, κατά συνέπεια, κι εκείνη τη στιγμή περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θα ‘πρεπε να αδιαφορώ για όλα», από το "Όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου" του Φ. Ντοστογιέφσκι.
                Και επανέρχομαι με αυτιστική σχεδόν συνέπεια στην σχέση αναζήτησης νοήματος και λύτρωσης, η οποία πηγάζει από την απελπισία και την ενοχή. Όσο και να επαναλαμβάνονται οι σκέψεις μου, κάθε φορά ο ίδιος κύκλος μού δίνει και ένα νέο δεδομένο. Παρόμοιο, αντίστοιχο, αλλά όχι ίδιο, με τα πρότερα. Πιο παλιά, θα μου φαινόταν ασύμβατη η απελπισία για το τίποτα της ύπαρξης, με την ενοχή. Σχεδόν θα τα τοποθετούσα σε ανεξάρτητα «συναισθηματικά» σύνολα, με κανένα κοινό χαρακτηριστικό ανάμεσά τους, παρά το εύρος του πληθυσμού τους. Κι όμως, η παραπάνω παράγραφος, απόσπασμα από το έργο μιας ιδιοφυΐας, μού έδειξε κάτι που εν μέρει διέθετα σε λανθάνουσα γνώση – ότι όλα τα συναισθήματα μπορεί να σχετίζονται μεταξύ τους, ή πως δεν υπάρχει ενοχικός (ιδεοψυχαναγκαστικός για τους δικούς μου όρους σκέψης) χωρίς να βιώνει βαθύ υπαρξιακό κλυδωνισμό. Σε καμία περίπτωση, ο γελοίος δε μου θυμίζει ιδεοψυχαναγκαστικό άτομο, όμως σίγουρα έχει άμεση επαφή – τόσο που τον εντυπωσιάζει η παρουσία της – με την ενοχή του.
                Την απελπισία του τη θεωρεί σχεδόν βέβαιη, και όχι μοναχά απλά την αποδέχεται – αν και παραδέχεται ότι και αυτή ήταν σταδιακό δημιούργημα του μυαλού του – αλλά επιβάλλει, με έναν επίσης «ψυχαναγκαστικό» τρόπο, να την επαναμεταφέρει από το συναίσθημα στην λογική, Και έτσι, ολοκληρωτικά να αδιαφορήσει, μπροστά στον καθορισμένο σκοπό του, την αυτοκτονία. Ποιο συναίσθημα βιώθηκε πρώτα χρονικά και ποιο να ακολούθησε; Γιατί σε περίπτωση που όντως προηγήθηκε κάποιο χρονικά, τότε μπορεί να υπάρχει και κάποια αιτιακή σχέση μεταξύ των δύο.
                Αν υποθέσουμε ότι προηγείται η ενοχή της απόγνωσης, τότε το φαντάζομαι κάπως έτσι. Μεγαλωμένος ο άνθρωπος σε ένα περιβάλλον που δεν αποδέχεται το "είναι" του αυτούσιο, μιας και κανείς δεν δύναται να έχει πρόσβαση ακόμη και στο δικό του το είναι, πόσο μάλλον η απρόσωπη πολυάριθμη κοινωνία, κάθε στιγμή που υπάρχει βιώνει την ενοχή. Μιας κάποιας μορφής ενοχή. Αρκεί που υπάρχει κάπου μέσα μας το «άπειρο» και απρόσβατο σε όλες του τις όψεις "είναι" μας, για να έχει κάτι ασύμφωνο με το "φαίνεσθαι" ή το "πρέπει". Μεγάλη ιστορία, απλή και βαρετή κατά την άποψή μου το «πρέπει». Το θέμα είναι ότι, εφόσον υπάρχει, τότε η μοναδικότητα της φύσης μας δεν δύναται να μην έρχεται σε συνεχή σύγκρουση με τις επιταγές του "έξω". Ακόμη και αν δεν μπορούμε ούτε αδρά να περιγράψουμε  ή να ορίσουμε, ακόμη περισσότερο, αυτήν την μοναδικότητά μας, το σύστημα στο σύνολό του εκπέμπει σήματα ασυμφωνίας, ενδεχομένως ήπιας δυσαρμονίας. Αυτή την δυσαρμονία, σπεύδουμε να την μονώσουμε με το υλικό του «φαίνεσθαί» μας, γιατί απλά «πρέπει» να κυλήσει το πρόγραμμα ομαλά. Πρώτα από όλα η εξέλιξη… Άρα, συσσωρεύοντας ψυχαναγκαστικά και επώδυνα ενοχές και μικρο – ψέμματα, η ενοχή ποτίζει την ουσία του καθενός μας. Πάντα κάτι κάνω λάθος. Και αν δεν το κάνω, σίγουρα το σκέφτομαι, και αν πάλι ούτε αυτό, τότε κάτι έχω λάθος. Αυτή την στιγμή που σκέφτομαι τα ίδια και τα ίδια. Αυτήν. Και αυτήν. Και τώρα! Το κουβαλάω μέσα μου το λάθος. Δεν ξεκολλάει, γιατί η αιμορραγία - σε περίπτωση απομάκρυνσής του - θα πνίξει την ύπαρξή μου. Εύκολα, λοιπόν, το επόμενο βήμα στην πορεία κατευθύνεται στο πεδίο της απελπισίας και της απόγνωσης. Ίσως η μαθημένη αδυναμία, από τον ασταμάτητο μέχρι πρότινος κόπο να ταιριάξουμε αναποτελεσματικά  με αυτό που φτιάχτηκε για εμάς, ίσως η  λογική επανάσταση, ίσως το ότι κάθε προσπάθειά μάς απομάκρυνε κατά ένα πόντο ακόμη από την ένταξη στον «ξένο τόπο» της καθημερινότητάς μας, ίσως και πολλά άλλα, να έφτασαν τον κάθε γελοίο κατά μία σφαίρα περίστροφου μακριά από το απόλυτο μηδενικό. Και έτσι, πλέον δεν έπρεπε να βοηθήσει. Δεν έπρεπε, λόγω της συναισθηματικής και λογικής εξέλιξής του, να βοηθήσει το κοριτσάκι. Και; Πάλι ένα βήμα πίσω στην ενοχή. Όμως έκανε δύο προς την απελπισία. Άρα το αποτέλεσμα, ξεκάθαρο.
                Λαμβάνοντας τώρα υπόψιν το αντίστροφο χρονικό σενάριο, αν θεωρήσουμε προγενέστερη την απόγνωση της ενοχής, πάλι υπάρχει κάποιο λογικό συμπέρασμα, ώστε να καταλήγει να σωθεί ο γελοίος μοναχά από το απροσδόκητο του έντονου ονείρου του. Αν ο άνθρωπος είναι ποτισμένος εγγενή απελπισία, η οποία αναβλύζει αυθόρμητα και πλημμυρίζει καθετί που τον πλαισιώνει, τότε δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό το καθετί θα αφήσει να ρέει απρόσκοπτα το ποτάμι της φυσικής, ακραιφνούς, πηγαίας, κατακλυσμιαίας «μαυρίλας» και δε θα βρει απλούς συμπεριφοριστικούς και λίγο πιο μετά και γνωστικούς τρόπους, να το αναχαιτίσει. Δύσκολο το έργο της κοινωνίας. Να πάει ενάντια στους μηχανισμούς της φύσης. Και όχι μόνο μία φορά. Αλλά κάθε στιγμή, για κάθε ζωντανό έλλογο πλάσμα της τουλάχιστον. Μία πρόχειρη σκέψη μου είναι ότι από εκεί μπορεί να προέρχεται και η ομοιότητα στις διαφορετικές, πολιτισμικά και ιστορικά, κοινωνικές νόρμες. Ίσως και το συλλογικό «ασυνείδητο», να αφορά σε κάτι εντελώς συνειδητό το οποίο μπήκε σε μηχανική αέναη λειτουργία αναχαίτισης. Και τότε, λοιπόν, πάλι θα μπορούσε να ακολουθήσει η ενοχή. Γιατί η ουσία της απελπισίας, ρέουσα από μέσα μας, ακουσίως και φυσικά, πιέζεται ασφυκτικά σε ένα δωμάτιο πολύ μικρότερο των διαστάσεων της αρχικής μορφής της. Και έτσι, έρχεται ο προσωρινά μεταλλαγμένος – για όσο υφίσταται η πίεση και η θύμησή της – άνθρωπος, και πλέον βιώνει την ενοχή. Ενοχή, ίσως και ντροπή, που χώρεσε «με το ζόρι».

                Στην τωρινή μου προβολή προτιμώ το πρώτο σενάριο χρονικής πορείας των συναισθημάτων του γελοίου. Εξάλλου, αυτό που μένει τελικώς, όπως και πάλι λέω στον εαυτό μου, ακολουθώντας την κυκλική συνέπειά μου, είναι η ενοχή και αναζήτηση της λύτρωσης. Να ψάξει να βρει το κοριτσάκι...

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Το δωμάτιό μου


"Θα νομίζετε, κύριοι, ότι θέλω να σας κάνω να γελάσετε. Κάνετε λάθος. Δεν είμαι τόσο εύθυμος όσο φαντάζεστε, ή ίσως φανταστήκατε. Άλλωστε, αν όλη αυτή η φλυαρία μου σας πειράζει στα νεύρα (και το νιώθω πως σας πειράζει), και με ρωτήσετε ποιος είμαι, θα σας απαντήσω πως είμαι δημόσιος υπάλληλος ογδόης τάξεως. Έγινα δημόσιος υπάλληλος για να κερδίσω το ψωμί μου. Ωστόσο, τον περασμένο χρόνο, όταν κάποιος μακρινός μου συγγενής μού άφησε κληρονομιά έξι χιλιάδες ρούβλια, έσπευσα να παραιτηθώ παίρνοντας την σύνταξή μου, κι αποσύρθηκα στη γωνιά μου. Έμενα και πριν εκεί, στη γωνιά μου, μα τώρα κάθισα για τα καλά. Το δωμάτιό μου είναι θλιβερό, άθλιο, και βρίσκεται στην άκρη της πόλης."

(Από το Υπόγειο, Φ. Ντοστογιέφσκι)

Η στιγμιαία ανακούφιση γυρίζοντας στον φαύλο κύκλο

Κάθε στοχασμός αυτομάτως αποτελεί και ένα ακόμη πόντο απομάκρυνσης του σώματος από το νου. Στα εγχειρίδια περιγραφής της κλινικής ψυχοπαθολογίας, περιγράφεται ένα αίσθημα – το οποίο σε συγκεκριμένη εκδοχή διαγνώσκεται ως νοσηρό -, αυτό της αποπροσωποποίησης. Εκτός πεδίου επιστήμης, ούτε καν πλησιάζοντας την οποιαδήποτε μορφή φιλοσοφικού στοχασμού, απλά ακολουθώντας τους προσωπικούς μου συλλογισμούς ζώντας την τωρινή εμπειρία μου, νομίζω ότι πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε σώμα και πνεύμα. Γνωρίζω πως κάθε επιλογή θα φέρει αυτομάτως την έτερη στο προσκήνιό μου στο μέλλον. Δεν αναγνωρίζω το «είναι» εντελώς μήτε στο σώμα μου μα μήτε και στο πνεύμα μου. Ζω πιστεύοντας τυφλά στην σχετικότητά του. Κατ’ εμέ μόνιμη σχετικότητα με το θάνατό μου.
                Αν δεν είχα γνωρίσει τις ποικίλες εκδηλώσεις του συλλογικού ασυνείδητου και του πολιτισμού, που με πλαισίωσε με την σύλληψή μου, τι θα γινόταν; Θα βρισκόμουν στην απόλυτη άγνοια και ευτυχία, ή θα έπλαθα ένα δικό μου ιδεατό παντοδύναμο ον, το οποίο θα εμφανιζόταν και πολύ πιο τακτικά – ως τόσο γνώριμο στο νου μου – στα νυχτερινά όνειρά μου; Αποστρέφομαι την πορεία μου μέσα στον συγκεκριμένο πολιτισμό. Αποστρέφομαι τον ίδιο μου τον «κατ’ αναγκαιότητα επικοινωνίας» αποκαλούμενο εαυτό μου.
                Γύρω μου κόσμος, ο οποίος υπάρχει σε σχετικότητα με το θάνατο δίπλα του. Στην αντίληψή του δεν πέφτει συνήθως η αέναη κίνησή του, ακριβώς όπως δεν αντιλαμβάνομαι μέσω των αισθήσεών μου την κίνησή μου στο απέραντο, για τα δικά μου δεδομένα, σύμπαν. Και, ενώ λοιπόν, αγνοώ – ή στην καλύτερη περίπτωση επιλέγω να αρνηθώ αυτήν ακριβώς την κίνησή μου – ως ενήλικας θα έρθω και θα φυτέψω σπόρο σε ψυχή καθαρή που μεγαλώνει στον πολιτισμό, στην διατήρηση του οποίου η ημιμάθειά μου συνεισφέρει εντόνως; Η απόγνωση είναι αναπόφευκτη. Το σώμα ζητά να εκραγώ και το μυαλό περιγελά το ένστικτό μου. Εξ’ ου και η αποπροσωποποίησή μου.
                Κι όμως, γι’ αυτήν ακριβώς την κατάστασή μου νιώθω βαθιά μελαγχολία. Τόσο βαθιά και διάχυτη που απορώ πώς τολμώ να αναφέρομαι σε αποπροσωποποίηση. Κι όμως ακολουθώ διπλή παράλληλη πορεία, ίδιας κατεύθυνσης, και ξέρω πως σημείο επαφής δεν βρίσκεται ανάμεσα σε αυτές. Κι όμως νιώθω. Επιστρέφω, λοιπόν, σε αυτό που και άλλες φορές έχω παραδεχτεί ότι πιστεύοντας στο τίποτα, πέφτεις στην παγίδα της πίστης.

                Ίσως αύριο να αποστρέφομαι ακόμη περισσότερο τον εαυτό μου διαβάζοντας τις παραπάνω παραγράφους, όμως είναι ατέλειωτες οι δίνες, οι επιλογές και το κενό ανάμεσα στο υλικό του σύμπαντός μου. Λαχταρώ να ανακαλύψω τον σκοπό, όμως όλα μού φαίνονται συμπτώσεις. Κάπως έτσι να σκέφτηκε ή να ένιωσε (όσο κατάφερε να νιώσει) και ο Γιονατάν Νοέλ, στο Περιστέρι του Ζίσκιντ; Αυτή η άπειρη σχετική πραγματικότητα να τον τρόμαξε τόσο πολύ, που προτίμησε να κλειστεί στο μικρό δωμάτιό του, ζώντας σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας και δεσμού με το κατά προσέγγιση περιορισμένο εύρος του; Όμως ακόμη και το τόσο περιορισμένο που κλείνει μέσα του μία ανθρώπινη υπόσταση – με όποιους όρους υπόσταση – αποκτά τέτοια δυναμική, λόγω σύμπτυξης «υλικού», που δημιουργείται νέα δίνη και άγνωστη πορεία.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Στο γκουλάγκ "Λύτρωση"

Βρήκαν λύτρωση οι άνθρωποι της επιστήμης; Γιατί έζησαν ό,τι είχαν από ζωή δίνοντας όλο τους το «είναι» στην σκέψη; Υπήρξαν τελικά περισσότερο από τους λοιπούς; Οι άνθρωποι του θεού βρήκαν; Η ενοχή και η ελπίδα ήταν αρκετή; Για άλλους η φυσική ευτυχία ήταν ικανή, ώστε να υπάρξουν; Σε μία πολυθρόνα πάνω βυθισμένος, σε ένα χωράφι να μυρίζεις τον μόχθο σου, σε ένα ψαλτήρι σε κάποιο σκοτεινό υποβλητικό μέρος, σε ένα σχολείο που ακούγονται σελίδες να γυρίζουν, σε μία οικογένεια που φαντάζεται αόρατους και άλυτους δεσμούς προστασίας - με αντάλλαγμα μια ταυτότητα -, υπάρχει κάπου λύτρωση;
                Θυμάμαι μικρή την έννοιά της να διαμορφώνεται στο νου μου μαθαίνοντας για την αρχαία τραγωδία. Πάει πολύ πίσω η αναζήτησή της. Ίσως η λύτρωση να είναι τελικά η άλλη όψη του νοήματος καθώς και το βασικό δομικό υλικό της ευτυχίας. Δεν γνωρίζω πώς είναι να λυτρώνεσαι, και αν γνώριζα θα ήταν απάτη του νου μου, αφού ακόμη ψάχνω. Κάθε ήρωας του Ντοστογιέφσκι, προσπαθώντας να βρει το νόημα, τιμωρείται τελικώς, αφήνοντας ο συγγραφέας στο τέλος την ελπίδα ότι ίσως και να λυτρώθηκε μέσα από την διαφορετική κάθε φορά – υποκειμενική καταστροφή του. Ο Ντοστογιέφσκι λυτρώθηκε, τόσες φορές που καταστράφηκε; Ο ήρωας, όμως, από «το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου»,φαίνεται σα να την βρήκε προ της καταστροφής του. Άρα τι έγινε; Βρήκε το νόημα λόγω θεαματικής «κορδέλας» του ασυνείδητού του; Πάντως, όπως και να έχει, διαβάζοντάς τον, έσπειρε μέσα μου την ελπίδα πως κάποια νύχτα μου θα λήξει με το ξύπνημα από το πρώτο κύμα της λύτρωσης. Από την άλλη, πώς φτιάχτηκε η κοινή συνηθισμένη επιθυμία «του θανάτου κατά την διάρκεια του ύπνου»;
                Μήπως τελικά δεν αναζητάνε όλοι την λύτρωση; Μήπως είναι βασικό θεωρητικό λάθος να τη θεωρώ το έτερον ήμισυ του νοήματος; Όσο κόπο και να καταβάλλω προκειμένου να ανοίξω δρόμο στην σκέψη μου, δεν κερδίζω τίποτα – ούτε καν φυσική ευτυχία – προκειμένου να βρω το ποτάμι της λύτρωσης. Και αν σταματήσω ακόμη και για μια στιγμή να παραμερίζω άγρια γιγάντια ατέλειωτα ζιζάνια γύρω μου, μπας και κάνω ένα βήμα εγγύτερα προς το ποτάμι αυτό, τότε η ανυπαρξία μου θα με καταπιεί με κατακλυσμιαίο τρόπο. Όμως ακόμη και για τον Νάρκισσο, ο οποίος βρήκε ένα ποτάμι στο τέλος του δρόμου της ομορφιάς του, η ιστορία του έληξε άδοξα για τον κοινό νου. Γιατί η λύτρωση είναι κάτι άλλο έξω από εμάς, κάτι που δεν διαθέτουμε τις ικανές εσωτερικές συνθήκες να προκαλέσουμε, όπως επίσης και γιατί ο κοινός νους στερεώθηκε σε μύθους και συμβολισμούς, χρησιμοποιώντας τους πρωτόγονους ανθρώπινους ψυχικούς μηχανισμούς προκειμένου να μην ξεχνά ο κάθε - νάρκισσος και μη -  να κόβει αγριόχορτα, να ανασαίνει ψευδαισθηση ελπίδας πριν φτάσει στο απόλυτο τέλος του. Ίσως, αυτή ακριβώς να ήταν και η λύτρωση του Νάρκισσου. Και ας παρακαλάμε οι περισσότεροι για έναν «ήσυχο» θάνατο στα βαθιά γεράματα πάνω στο καλοστρωμένο κρεβάτι μας. Οξύμωρο να τρέφει κάποιος μια τέτοια ελπίδα και να την θέτει νοερό τυχαίο «στόχο», όταν αγνοεί το εάν τελικά ο ίδιος υπάρχει. Το αν θα είναι ήσυχη ή θορυβώδης η μετάβαση στον άλλο πόλο της σχετικότητας, μού φαίνεται ασήμαντη λεπτομέρεια, όσο μού φαίνεται ασήμαντη κάποια υποσημείωση χιλιοσέλιδου παντελώς ακατανόητου από εμένα βιβλίου.

                Η συνεκτική ουσία των δεδομένων μας δεν είναι άλλη παρά η συνεχής αναζήτηση του νοήματος. Και της λύτρωσης. Αλλάζω θέσεις – σε σχέση με την πρότερη θέση μου – προκειμένου να υποκριθώ διαφορετικούς τρόπους της σύλληψης του νοήματος. Απεγνωσμένα ζητώ το συναίσθημα του «γελοίου ανθρώπου», ακριβώς από την στιγμή που ξύπνησε στην υποκειμενική πραγματικότητα της μοναχά συμβολικής παρουσίας του γεμισμένου περιστρόφου του. Και νομίζω πως και για τον ίδιο το νόημα ήταν προέκταση της λύτρωσης, «να βρει το κοριτσάκι»…

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Κατ' εφαπτομένη αλληλογραφία

Εσύ, φίλε μου, που κάθεσαι απέναντι και δεν βλέπεις τίποτε από εμένα, ψάχνεις, όπως και γω, να βρεις λόγο ή έπειτα και τρόπο να γνωριστούμε; Συγχώρεσέ με που μού περνάς αδιάφορος προς στιγμήν. Όλο αυτό γίνεται γιατί ψάχνω να βρω την ίδια την δύναμη που σπρώχνει την ζωή μου και με κάνει να νιώθω αυτό το τίποτα. Και ένα τίποτα που το βιώνεις με τις υποκειμενικές αντιλήψεις σου, μόνο τίποτα δεν είναι. Αν κάπου υπήρξε μια σπίθα από κάτι έγχρωμο, τότε την έθαψα προ πολλού τόσο βαθιά, που αν κατά προσέγγιση εξετάσω πόσο βαθιά μπορεί να είναι, τότε δυστυχώς, δεν θα με γνωρίσεις ποτέ.
                Μας έκατσε η μπίλια σε ανθρώπινη ζωή, η οποία θα εκπνεύσει και μεις δε θα έχουμε πάρει μυρωδιά μήτε ανάσα μήτε και θάνατο. Κι όμως, αν και για μένα αυτό το κυνηγώ κάθε στιγμή – άπιαστη ακόμη – νιώθω συμπόνια για αυτό που εσύ δε νιώθεις. Άρα με σένα τι γίνεται; Νιώθεις το τίποτά σου αλλά πονάς για μένα; Και αν πονάει ο ένας για τον άλλο έχει αυτό καμία σκοπιμότητα τελικώς; Αστείο μού φαίνεται, αν καταλήγει να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο το σύστημά μας. Εγώ να ζω από εσένα και συ από εμένα.
                Πόσες ζωές, τότε, να μπορέσω να αντέξω, όταν δεν υπήρξε κανένας θεός, παρά μονάχα μια υπερσύμπτωση που μού προκάλεσε αυτό που νομίζω ότι είμαι; Και αυτό που ίσως είμαι είναι ελάχιστο. Ελάχιστο σε σχέση με κάτι, αμφίβολο σε σχέση με το απόλυτο. Όμως, κάπου μού φαίνεσαι πως αντέχεις. Έτσι, μοιάζω κι εγώ; Ή εσύ όντως αντέχεις; Τα βιβλία, δεν καλύπτουν ούτε το ελάχιστο από την αλήθεια, αν τελικά υπάρχει και αυτή. Ίσως εσύ να έχεις περισσότερες απαντήσεις.
                Να ξέρεις πως κάνω μεγάλη προσπάθεια να βρω κάτι να σου δείξω να νιώσεις και συ με την σειρά σου κάτι πέραν του τίποτα. Ένας κόσμος γεμάτος άγνωστο, που ερχόμαστε και αφήνουμε λίγο από το υλικό μας, μήπως το αγγίξει κάποιος με εκτίμηση ή περισσότερο με ζεστασιά και ακουμπήσει παραδίπλα μέρος και από το δικό του. Δεν σου κρύβω πως φοβάμαι για την σχετικότητα του υλικού μας. Νομίζω πως το μόνο που έχω να σου περάσω είναι ο τρόμος μου για το απόλυτο τίποτα που περιτριγυρίζει την αίσθηση της ύπαρξής μας. Μήπως πάντα θα είναι καλύτερα να κρατάμε το μέσα από το δέρμα μας στεγανά κλεισμένο, μην τύχει και χαθούμε στο άπειρο; Κι όμως, μία δύναμη ανθρώπινη μέσα μου, με σπρώχνει πιο πολύ και από το ίδιο μου το μυαλό να ανοιχτώ και να αφήσω ένα κομμάτι μου, παρακαλώντας κάπως να σχετιστείς μαζί του. Ίσως πάρω κουράγιο έπειτα να σχετιστώ και εγώ με αυτό.

                Μέσα στο νου μου ρέει η σκέψη γρανάζια, γράσο, κατσαβίδια, δεν έχω κάτι άλλο μέσα μου που να επικοινωνεί με το έξω μου. Τα λοιπά φοβάμαι μην πεθάνουν αν έρθουν σε επαφή με τον αέρα που αναπνέουμε.