Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Ο άνθρωπος περισσότερος από τον ίδιο τον άνθρωπο

Πριν λίγες μέρες ένας δικός μου άνθρωπος σε πλήρη συντονισμό των σκέψεών μας δήλωσε την συνείδησή του ότι σε ένα τόσο ακατανόητα μεγάλο σύμπαν και τις τόσες πιθανότητες, στον καθένα μας έχει δοθεί κάτι απειροελάχιστα μικρό – μεν – αλλά σε σχέση με την πιθανότητα να μην «τύχαινε» να δοθεί, τεράστιο «κάτι» (εννοώντας την ζωή).
                Πέρα από κάθε λογική τοποθέτηση, η οποία συγκλονίζει την κατανόηση της ίδιας ύπαρξής μας και τονίζει το παράλογο αυτής, υπάρχει η λεγόμενη εμπειρία, που ως ζωντανός οργανισμός, προηγείται της όποιας διανοητικής κίνησής μου. Μπερδεύεται σε δίνες θεωριών ακατάληπτων το βίωμα του ίδιου του βιώματος. Όμως, πώς αντιμετωπίζεται τελικώς η απώλεια του βίου; Εκτιμώ πως εκεί αναλαμβάνει η διανόηση να κάνει τη δύσκολη δουλειά. Ποιος είναι δυνατότερος; Ο πόνος της εμπειρίας ή ο πόνος της σκέψης; Γιατί στο λειτουργικό μας υπάρχουν οι ψυχολογικές άμυνες; Από τι μας προστατεύουν; Και ποιες άμυνες απευθύνονται στον κίνδυνο του οργανικού βιώματος και ποιες στον διανοητικό;
                Ποιο κομμάτι μέσα μου επιλέγει – για παράδειγμα – να προβώ στην σχάση των ανθρώπων που έρχομαι σε επαφή, προκειμένου να προστατευτώ; Και γιατί κάποιος θα μεταμορφώνεται από το νου μου σε μόνο καλό ενώ ο άλλος σε κακό; Και ακόμη περισσότερο, γιατί το επεχείρησαν πρώτα οι πρόγονοί μας, κάτι που φαίνεται με το εξής απλοϊκό και καθημερινό παράδειγμα που κρατά από παλιά, τα παραμύθια. Ο καλός και ο κακός. Ο έξυπνος σε σχέση με τον χαζό, ο προνοητικός και εργατικός με τον τεμπέλη κτλ. Καταλαβαίνω την αναγκαιότητα της αλληγορικής εκπαίδευσης του παιδιού, όμως, γιατί διαλέγουμε τέτοιους μηχανισμούς;
                Όσο περισσότερο αναζητάς την κατανόηση της εμπειρίας, του συναισθήματος, της νόησης και της εξέλιξης αυτών, τόσο περισσότερα ερωτήματα γεννιούνται. Ίσως για αυτόν ακριβώς το λόγο ο μηδενισμός αποδεικνύεται σε αρκετούς αναζητητές ο μόνος τόπος ανακούφισης. Το απόλυτο τίποτα από μόνο του σου εγγυάται κάτι, το τίποτα. Τα λοιπά αφήνουν ένα παραθυράκι ελπίδας προς κάτι άπιαστο. Το πιο οξύμωρο, ωστόσο, αυτού είναι ότι όσο πιο πολύ πιστεύω στο τίποτα, τόσο περισσότερο ανακουφιζόμενη εξαϋλώνομαι μαζί του, τόσο περισσότερο τρέφομαι από αυτό. Θα έλεγε κανείς ότι κατά κάποιον τρόπο ψάχνω να βρω και κάτι άλλο πέρα από αυτό. Σα να είμαι τελικώς ο πιο ύπουλος αναζητητής του «κάτι». Ακόμη και με τους συνεχείς συλλογισμούς μου σε σχέση με αυτό το συγκεκριμένο τίποτα, ουσιαστικά προσπαθώ να το συλλάβω ως κάτι που υπάρχει. Όμως πώς είναι δυνατόν ένα τίποτα να υπάρχει;

                Και επανερχόμενη σε αυτό που ανέφερα στην αρχή, σκέφτομαι πως είτε τίποτα είτε κάτι, κάτι μέσα μου μού δίνει την εντολή ότι ζω. Θες να το πεις βίωμα ή σκέψη ή αντίληψη ή δεν ξέρω εγώ τι; Ζω υπό όρους που δεν μπορώ ούτε να πλησιάσω κατά λάθος στην κατανόησή τους. 

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Η μετάλλαξη του ψυχολογικού γονιδιώματός μας

Πρόσφατα είχα ακούσει σε μία συζήτηση γνωστών ότι όσο περνάει ο καιρός οι άνθρωποι που περνάνε στο πιο μη υγιές φάσμα της τυπολογίας του χαρακτήρα τους αυξάνονται. Σαφέστατα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάξιο σημασίας το γεγονός ότι έχουν επέλθει στο μεταξύ μεγάλες και παγκόσμιες αλλαγές στο κατεστημένο, όμως όλο αυτό από πού μπορεί να έχει προκύψει τελικώς; Μήπως οι ίδιες οι μεγάλες αλλαγές αυτές είναι αποτέλεσμα της επίτασης των χαρακτηρολογικών σημείων του αθροίσματος του συνόλου, και εν τέλει προηγείται και αποτελεί και το αίτιο αυτής ακριβώς της φθοράς της πιο αγνής ανθρώπινης κοινότητας;
            Συνειδητοποιώντας ότι ο άνθρωπος δεν είχε εξαρχής ρυθμιστεί για τέτοιο διάστημα μέσης ζωής, κάνω το εξής συλλογισμό. Το λαμπρό ανθρώπινο μυαλό κατόρθωσε με εντυπωσιακό τρόπο να χαρίσει δεκαετίες στον καθένα μας, ωστόσο δεν μπόρεσε να βρει τον τρόπο ώστε κατά αναλογία να αυξήσει και την λεγόμενη κρίσιμη περίοδο. Σίγουρα επομένως είναι λογικό να αυξάνονται οι πιο ανώριμες εκδοχές της προσωπικότητας, ακριβώς γιατί μια αμφιταλαντευόμενη θεμελίωσή της, φαίνεται, και είναι, εντονότερη στο υπεραιωνόβιο (για τα μάτια του παλιού ανθρώπου) κοινό της ανθρωπότητας. Η επιστήμη και η τεχνολογία έδωσε τροφή στον ανθρώπινο νου, όμως κάτι ξέχασε ταυτοχρόνως να ενισχύσει, ώστε ακριβώς να μην χαλάσει η προϋπάρχουσα ισορροπία.
            Βέβαια, αυτό αποτελεί απλά μία υποθετική θεωρία (υποθετική γιατί σίγουρα και ως απλός συλλογισμός μπορεί να χωλαίνει) ενός πρόχειρου υπολογισμού μου. Ωστόσο, εμπειρικά αξιολογώντας το δείγμα των ανθρώπων με τους οποίους σχετίζομαι σε απόσταση επαρκή ώστε να εξάγω με τα δεδομένα μου συμπέρασμα, καταλήγω ότι όντως κάπου έχει στραβώσει πραγματικά η συνταγή. Από την άλλη παρατηρώ, πως η εξέλιξη έχει αναλάβει τον επανορθωτικό της ρόλο, προς τα καρκινώματα του νου μας, ωστόσο ο αλγόριθμός της έχει αλλάξει με τέτοιο τρόπο, που ο μέσος όρος, η νόρμα, δομείται σιγά σιγά με άξονα λιγότερο υγιείς προσωπικότητες.

            Όπως και να έχει το ζητούμενο είναι ποια θα είναι η θέση του καθενός στο παιχνίδι που τρέχει. Θα ακολουθήσουμε την πορεία της εξέλιξης προς την επικράτηση του μη υγιούς; Μπορεί και να είναι η αναπόδραστη μοίρα μας. Ωστόσο, ακόμη υπάρχει στις βιβλιοθήκες μας εκείνο το βιβλίο, που κάποτε έσπρωξε ένα μυαλό να κάνει πρόοδο. Είναι ακριβώς το ίδιο βιβλίο. Μήπως αν πειραματικά επαναλάβουμε την διαδικασία κατορθώσουμε να αλλάξουμε την θέση της σιδηροδρομικής γραμμής στο επίπεδο; Αν και αντιμετωπίζω επιφυλακτικά τέτοιες παρορμητικές ελπιδοφόρες θεωρίες, που η ανία γεννάει στο μυαλό μου, ωστόσο δεν είναι δυνατόν να μην με πληγώνει ότι όσο ο άνθρωπος εξελίσσεται τόσο καταστρέφεται ο φυσικός τρόπος διαντίδρασης με τα αντικείμενά του (κατά τη θεωρία των αντικειμενότροπων σχέσεων). 

Ο έλεγχος στα λευκά

Στην παρτίδα με το σκάκι της ζωής μου,για την οποία ακόμη έχω κινήσεις για το ρουά - ματ, από γεννησιμιού μου τάχτηκα εντός των μαύρων κομματιών. Και αν από πολύ μικρή μου είχαν πει ότι απέναντι ακριβώς, στο βασιλιά που πρέπει να "κατατροπώσουμε", κρύβεται το ίδιο υπεράνθρωπο ον, τότε το μόνο σίγουρο είναι πως δε θα τολμούσα να κάνω το πρώτο βήμα, ώστε να δώσω χώρο σαν αναλώσιμο πιόνι- που επίσης δεν μου είπαν ότι είμαι- στην σκακιέρα ώστε να κινηθούν οι πιο δυνατοί μαύροι μου. Το παιχνίδι έχει προχωρήσει και εγώ γνωρίζω ότι και μία ισοπαλία ίσως μας ανακουφίσει. Εγώ θα χαθώ; Πολύ πιθανό. Είμαι από τα πρώτα πιόνια που ξανοίχτηκαν πολύ και στέκομαι παρακαλώντας στον λευκό βασιλιά, αυτόν του αντιπάλου μου, άρα όχι δικό μου, να φέρει - αν και δεσμευμένος από την ανυπαρξία του γνωρίζω βαθιά μέσα μου πως δεν μπορεί - την εξέλιξη έτσι, ώστε να μην χρειαστεί να το κουνήσω ρούπι. Είτε χάσουμε είτε κερδίσουμε, σχεδόν έχω πάψει να ενδιαφέρομαι για το αποτέλεσμα. Στην μάχη αυτή απλά θέλω να παρακολουθήσω. Προς το παρόν. Πόσο παρόν; Αγνοώ το χρόνο. Τον αγνοώ κυρίως εννοιολογικά, άρα μού είναι αδύνατον να απαντήσω.
            Δεν έχει πολλή ώρα που μπήκα στη διαδικασία να βρεθώ απέναντι από έναν αγαπητό μου φίλο με το να υποστηρίζω την φράση του λαού "Αλίμονο στον μακαρίτη". Εκτιμώ πως με τον ίδιο αυτό άνθρωπο βρισκόμαστε στην ίδια πλευρά της μάχης. Μάλλον, πρέπει να διαδραματίζει άλλους ρόλους, σε αυτή την παρτίδα που δεν έχω τη δυνατότητα να κατανοήσω ούτε στο ελάχιστο. Σχεδόν κάνω ό,τι μου λένε τα πιο πολυσχιδή κομμάτια μας, τα αλογάκια για παράδειγμα, ή ακόμη καλύτερα και πιο ταιριαστά σε μένα, η βασίλισσα. Έτσι λοιπόν, θεωρώντας πως εξίσου βασανιστικά ανόητη είναι η ύπαρξη με την ανυπαρξία, καταλήγω ότι τα κομμάτια που μένουν πίσω, όταν ο μακαρίτης εγκαταλείψει το παιχνίδι, θα κινούνται με ακριβώς τον ίδιο σκοπό. Ως απάντηση στην πρώτη κίνηση του λευκού βασιλιά.
            Τα λευκά έχουν πάντα το προβάδισμα. Αυτός ο βασικός κανόνας μπορεί και δίνει στην ταυτότητά τους μια πιο θεωρητική δύναμη, ένα κάποιο αξίωμα, στο οποίο πρέπει να απαντάμε, εμείς τα μαύρα κομμάτια. Αν τυχόν θελήσεις να ανταπεξέλθεις σε μία προσπάθεια ισοπαλίας, τότε έχεις να κάνεις με την ενοχή. Από την άλλη, αν παίζεις σε παιχνίδι όπου ελπίζεις το μαύρο βασίλειο να επικρατήσει, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ. Προσπαθείς να καταρρίψεις ένα αξίωμα. Αυτό προϋποθέτει γερό στομάχι και περιορίζει σημαντικά την πιθανότητα της επιτυχίας. Και μιλώντας για επιτυχία δεν εννοώ απλά το να κερδίσεις την παρτίδα, αυτό μπορεί και να συμβεί σχετικά ευκολότερα. Εννοώ το να κάνεις κάποιον παίχτη να παρακαλέσει το δικό του υπεράνθρωπο ον να παίξει με τα μαύρα, στην παρτίδα που θα στηθεί και του αναλογεί, γιατί τα αγαπά περισσότερο. Για κάποιον λόγο να σπάσει το κατεστημένο που ορίζει η λογική. Οξύμωρο μεν, μιας και απλά τα λευκά έχουν την πρώτη κίνηση στην πράξη, όμως στην θεωρία κάποιος κάποτε απλά όρισε τα λευκά να κερδίζουν από τον κανόνα της πρώτης κίνησης.
            Όταν εντάσσεσαι στην μαύρη γκάμα των κομματιών, τότε το μίσος σου θα έχει την όψη της αντίδρασης και του φόβου. Το μίσος των λευκών θα έχει την μεγαλομανιακή ευγενή προσφορά αμφιβολίας και ενοχών. Το παιχνίδι παίζεται με σχέδιο. Και ως μαύρος πρέπει να απαντάς. Το ακραιφνές μίσος, θα οδηγήσει στο βέβαιο σοβαρό λάθος και έτσι τα λευκά και πάλι θα νικήσουν. Πρέπει να έχεις και νου. Να μπορέσεις να βρεις το πιο ώριμο κομμάτι σου να επενδύσει όσο το δυνατό πιο στοχοκατευθυνόμενα στο προαναφερθέν μίσος. Μίσος, ωριμότητα, σοφία, σχέδιο, επιπολαιότητα, άγνοια, ο,τιδήποτε και αν τελικά ορίσει το παιχνίδι προς απάντηση των λευκών, εγώ ως μαύρο απλό πιόνι, σύντομα θα χαθώ. Και ακόμη και για αυτή την μοναδική παρτίδα η ταυτότητά μου θα καμουφλαριστεί από την κατά 8 φορές ίδια φιγούρα μου στο τραπέζι. Και αν βοηθήσω κομβικά το όλο σύστημα με το οποίο συνδέομαι να πάρει την παρτίδα, τότε θα είναι επειδή κατόρθωσα με την αφάνεια και ασημαντότητά μου να φτάσω στο τέρμα της πεπερασμένης μέγιστης δυνητικής διαδρομής μου. Και τότε θα λάβω την πιο ντροπιαστική επιβράβευση. Θα καταφέρω να αλλάξω με ένα πιο δυνατό κομμάτι, το οποίο η λογική ορίζει ότι θα είναι η βασίλισσα. Ακόμη και αν μια τέτοια μαύρη υπάρχει ήδη στο παιχνίδι. Είναι γεγονός πάντως ότι δεν έχει νόημα ιδιαίτερο να προστατευτεί η διαδρομή μου, αν δεν καταφέρω να αλλαχτώ με κάτι αποδοτικότερο.
            Αν εγώ ξεγέλασα τον εαυτό μου να αντέξει το άγνωστο πιστεύοντας στην επικράτηση του χάους που μόνο ο δικός μου, αγαπημένος, τρομερός αλλά και πεπερασμένος μαύρος βασιλιάς μπορούσε να φέρει στην φαντασία μου, αυτό δεν έχει καμία σημασία περισσότερη από το ότι κράτησα για λίγο το παιχνίδι. Θα έρθει η ώρα που αργά ή γρήγορα θα χαθώ. Θα χαθώ είτε επικρατήσει ο θεωρητικός είτε ο ρεαλιστικός βασιλιάς. Θα χαθώ ακόμη και αν μείνω πάνω στην σκακιέρα στην μέχρι τέλους στασιμότητα. Θα χαθώ και αν με τα μικρά μου βήματα πατήσω το τέλος της σκακιέρας. Και τι έχω για να αντέχω την κάθε μέρα που ξημερώνει, με την κάθε επόμενη κίνηση να πραγματοποιείται; Την ελπίδα πως ο εχθρικός βασιλιάς θα μεριμνήσει με τις δυνάμεις του, ώστε να μην χρειαστώ και σήμερα να χαθώ στην ασφυκτική ομοιότητα, της λανθάνουσας ύπαρξης, στο αποθηκευτικό κουτί που το πολυκαιρισμένο ξύλο του για κάποιο λόγο μου είπανε πως έχει αξία ανεκτίμητη. Ανεκτίμητη με βάση ποια μονάδα μέτρησης ή από ποιον εγκέφαλο ή σε σχέση με τι; Σίγουρα εγώ είμαι μόνο ένα πιόνι, και μάλιστα μαύρο, ποτέ μου δε θα χρειαστεί να μάθω. Γι' αυτό, λοιπόν, ας μείνω λίγο πάνω στην σκακιέρα αχρείαστο μα και εν δυνάμη νικηφόρο μέρος του μαύρου συστήματος.

            Γνωρίζω το τέλος μου, τουλάχιστον με τους όρους που με αφορούν. Θα καταλήξω αποθηκευμένο. Όμως, ας συμβεί η κίνηση που θα φέρει την αναβολή. Ούτε νίκη ούτε πτώση. Ούτε πλεονέκτημα μα ούτε και ανάλωσή μου. Είναι πολύ να υπάρχουν τόσα πίσω μου, άλλα τόσα μπροστά μου, να διαθέτω τόση δύναμη όση και χρησιμότητα, να βαδίζω με τόσα πανομοιότυπα με μένα άλλα πιόνια και, αν και αγωνιώ να παίξω με τον μοναδικό μου τρόπο το παιχνίδι που μου αναλογεί, ωστόσο ακόμη και το μηδέν να μην γνωρίζω πού θα το βρω. Όλα πιθανά, όλα λίγα για να με ησυχάσουν, πολλά για να τα κατανοήσω. Καλύτερα ας περιμένω μια επόμενη κίνηση, και βλέπουμε.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Το άηχο, αργό, υγρό κινούμενο κέρμα μου

                Όταν το κολλημένο πέπλο πάνω στο πρόσωπό σου φροντίζει για την σταθερή απόστασή σου, καλό είναι, όπως και δεν μπορείς να περιμένεις τα πάντα, έτσι και να χαρείς το πολύ της ασφαλούς μοναχικότητας που σου χαρίζει. Αν δύο επιλογές μου έδιναν μοναχά στην ζωή που πιστεύω ότι ζω, αυτήν της στεγνής μοναξιάς ή της απαραίτητης παραχώρησης των κομματιών μου στο ο,τιδήποτε ή οποιονδήποτε άλλον, νομίζω πως αυτομάτως θα συνταιριαζότανε τόσο πολύ με την βασική σύγκρουσή μου, που αυτομάτως αυτό το τέλειο ταίριασμα, όντας τέλειο σε μια πραγματικότητα, που με την σειρά της είναι σχετική, άρα και όχι τέλεια, θα μου προξενούσε τόσο βαθιά αμφιβολία για την αβεβαιότητά μου, ώστε αυτομάτως θα βρισκόμουν σε προσωπικό αδιέξοδο.
                Γνωρίζοντας το πού επιθυμώ να καταλήξω με τον παραπάνω συλλογισμό διαπιστώνω πως μερικές φορές και η απλή αναζήτηση του κοινού «νοήματος» εν τέλει καταλήγει με κάποιον μυστήριο τρόπο να αποτελεί από μόνη της το ίδιο νόημα. Η ίδια η ματαιότητα που με κάνει και θρηνώ είναι και εκείνη που αντανακλαστικά ενεργοποιεί μηχανικά τον εαυτό μου στο να συνεχίσει να βαδίζει. Ακόμη και αν δεν γνωρίζει πού ακριβώς πατάει και με ποιανού τα πόδια.
                Φαντάζομαι πως μοιάζει καταπληκτικό να νιώθεις την συνέχεια του ίδιου σου του εαυτού, το οποίο αυτομάτως οδηγεί σε κάποιον καθορισμένο με την ατομική σκέψη σκοπό, ακριβώς όπως μοιάζει καταπληκτικό να έχει κάποιος το όπλο της δύναμης να ξεγελά τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν έχω σχήμα στις δύο διαστάσεις, τότε αυτό δεν οδηγεί αναγκαίως στο ότι έχω και όγκο. Βέβαια, για να έχω όγκο, σημαίνει ότι είναι απαραίτητο λογικά να έχω και δύο (συν άλλη μία) διαστάσεις. Ωστόσο, ο κινηματογράφος με την εμφάνισή του στο στερέωμα κατόρθωσε να κάνει τρομερή επιτυχία στο ανθρώπινο κοινωνικό σύνολο, ακριβώς γιατί σκοπίμως καταπάτησε την λογική. Έτσι, η μη λογική της σκέψης που δημιουργεί, μιας και ουσιαστικά στην φαντασία απευθύνεται, οδηγεί με λογικό τρόπο στο άθροισμα νομισμάτων (τα οποία με κάποιον αλγόριθμο σχετίζονται με συγκεκριμένες ποσότητες ευγενών μετάλλων, τα οποία εν συνεχεία σχετίζονται με παρόμοιο τρόπο με τα βασικά για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αγελαίου ανθρώπου, βιοτικών αναγκών για μια ζωή, η οποία είναι από την φύση της σχετική). Και έρχεται η λογική του αθροίσματος συγκεκριμένου χρήματος να φυσήξει την φλόγα της επόμενης σχετικότητας, αυτής της ενδυνάμωσης της τέχνης, η οποία πραγματώνεται (ως τόσο απόλυτα σχετική που καταλήγει να υπονοεί και αυτούσια απολυτότητα) ακριβώς μέσα από το παράλογο του οικονομικού συσχετισμού των σχετικά υπαρκτών ανθρωπίνων όντων.

                Ευτυχώς που το πέπλο που με κρατάει ασφαλή από την τάση της ένωσης με το μη – εγώ μου, δεν έχει δάπεδο να γλιστρήσει. Έτσι, προτιμώ να τρέχω ασταμάτητα προκειμένου να μην πέσω στην χαράδρα που χωρίζει το πολύ με το καθόλου. Αν υποθέσουμε ότι ο μέσος όρος της οργανικής ζωής μου είναι τα 75 έτη, τότε τόσο ακριβώς είναι σε ανθρώπινο χρόνο το δέκατο του δευτερολάπτου του τσίγκινου μικρής αξίας κέρματος που χοροπόδησε μία φορά στην επιφάνεια του νερού της πηγής πριν βυθιστεί στα βάθη της, κουβαλώντας την ελαφριά και γεμάτη άγνοια παιδική ευχή μου, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε, ακριβώς γιατί δεν υφίσταται πραγματικότητα. Αυτά τα λόγια μου γράφονται, ενώ εγώ διανύω ένα μέρος ακριβώς της απόστασης του, κατ’ αναλογία του τόξου κίνησης του κέρματος, τόξο οργανικής ζωής μου. Αν πάψω να κινούμαι και να αναγνωρίζω την σχετικότητά μου, τότε ακριβώς θα είναι και η στιγμή που θα βυθιστώ σε έναν πλούσιο βυθό μιας ρηχής πηγής, με πλούτο, που όντας αναξιοποίητος με λογικό τρόπο, δεν αποτελεί πλούτο, αλλά απλά μέταλλα που οξειδώνουν παιδικές και ερωτευμένες ευχές παράλογων ανθρώπων.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Προς ανεύρεση ονείρου

                Στην τελευταία κραυγή αγωνίας ίσως ο μόνος που τελικά σε ακούει είναι ο ίδιος ο εαυτός σου. Η κατασκευή μας είναι τέτοια, ώστε μόνο εσωτερικός μπορεί να είναι ο αντίλαλος. Σε ορισμένες περιόδους ή σε ορισμένους ανθρώπους, κατά κύριο λόγο, ο ήχος απλά απαρροφιέται από τα μονωτικά τοιχώματα, που κάπως – για χάρην ευκολίας – μας χωρίζουν από τον υπόλοιπο μη εαυτό μας κόσμο.
                Κι όμως, αν μου σκίσεις την σάρκα στο μπράτσο μου, ας πούμε, μόνο στην εφηβική μου ηλικία θα φανταζόμουν πως ίσως, έστω και πολύ λίγο θα ξέφευγε μια γελοία κραυγούλα από μέσα μου στον έξω γύρω μου. Και ήρθαν αυτοί οι άνθρωποι του Freud και λένε ότι μπορούμε σε συνεργασία να αναπαραστήσουμε αυτά που μέσα μας κραυγάζουμε. Και σου ζητάνε να συμβιβαστείς. Να συμβιβαστείς με την καταδίκη του εγώ σου. Έρχονται να σου θυμήσουν με τον πιο υπαρξιστικό τρόπο, ότι επιτέλους, πάρε το απόφαση. Είσαι αυτό το τίποτα μέσα στο τίποτα, και όπως λέει η λογική αυτό μεταφράζεται ως δύο αρνήσεις, οι οποίες με την σειρά τους οδηγούν στην κατάφαση. Έτσι, γίνεσαι τα πάντα.
                Ίσως ο Ντοστογιέφσκι ακριβώς να μπόρεσε να μου αγγίξει την συγκεκριμένη αμφιβολία μου απαντώτας την, πριν καν θέσω το ερώτημα αυτό συνειδητά στον εαυτό μου. Και πάλι θα αναφερθώ, στο πολύ μικρό δημιούργημά του (σε επίπεδο χωρικού στις σελίδες εύρους) αλλά κατ’εμέ καταπληκτικό «Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου». Και βλέπεις εκεί τον γελοίο αυτόν βασανισμένο από τον χειρότερο εχθρό του, τον εαυτό του, να θεραπευέται από το ασυνείδητό του, το οποίο του δείχνει ότι αυτοκτονώντας συμβαδίζεις απόλυτα με αυτό που σου ορίζει ακριβώς ό,τι κοροϊδεύεις. Το εξευτελιστικό τίποτα.
                Είναι φορές, που αν και αναπνέω, θέλω να στρέψω το πρόσωπό μου στον ουρανό και να φωνάξω στο τίποτα που φτιάχνει το άπειρό του για τα μάτια μου «Περιγέλασέ με κι άλλο! Η φρίκη τού τίποτα σου δεν είναι ικανή ακόμη και φρίκη να μου προκαλέσει.» Μπρος ή πίσω από το μηδέν είναι πάντα το ίδιο. Ο καθρέφτης του αθροίσματος της απόστασής σου με αυτήν του ειδώλου σου, έχοντας ως σημείο αναφοράς το μοναδικό γνωστό σημείο, το μηδέν, θα είναι πάντα μηδενικός. Είμαι στην ζωή ή την εγκαταλείπω, πάλι η σχετικότητά μου υφίσταται όσον αφορά σε αυτό ακριβώς το απόλυτο μηδενικό. Γελάω μόνο με την ειρωνεία που δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο. Ακόμη και η άβυσσος, κλείνει μέσα της το τίποτα.
                Κι όμως, ο γελοίος κάθε φορά που διαβάζεται από το σχετικό «είναι» μου μού θυμίζει κάτι. Ότι αξίζει να προσπαθήσω για αυτό που είναι εγγενές με την φύση μου, όμως χάθηκε από την ίδια την φύση μου. Ίσως και ο ίδιος να ψάχνει να κρατηθεί και το ασυνείδητό του να τού έτεινε το στιβαρό μα σκιά της πραγματικότητας χέρι του. Δεν με πειράζει καθόλου και μένα να με πουν με την σειρά μου τρελή, όμως μακάρι να είχα δει στο δικό μου όνειρο την πραγματικότητα. Και έτσι, μένω να πιστεύω στην δύναμη του γελοίου.
                Είναι ο άνθρωπος της κοινής φαντασίας μου με αυτή του Ντοστογιέφσκι που αγάπησα και εμπιστεύτηκα. Αν το είδε αυτός ο άνθρωπος, τότε υπάρχει. Μένει μόνο να πάρω την απόφαση να προχωρήσω ακριβώς πιστεύοντας μοναχά αυτόν και όχι αυτό που ορίζει η λογική και η ματιά μου. Πώς θα το πάρω απόφαση, ωστόσο; Και αν τελικά, ο Ντοστογιέφσκι δεδομένης της ταραγμένης ιστορίας του θέλησε να ακολουθήσει εναλλακτικά το δρόμο που πολύ πιο μελλοντικά δίδαξε ο Freud στους συνεχιστές του;
                Αν δηλαδή, ξέχασε το τίποτά του δίνοντας ένα ψεύτικο κάτι, τόσο ζωντανό καλλιτεχνικά, που ακόμη και τον πιο ταραγμένο να ανακουφίσει, ακριβώς με το άλλοθι ότι το τίποτα στο οποίο η ιδιοφυία του είχε πιστέψει, μόνο από ένα αληθινό κάτι θα μπορούσε να επισκιαστεί; Είναι πολύ δύσκολο να μην πιστεύεις στην σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, έτσι όπως ορίζεται από την επιζήσασα εξελικτικά κοινωνία, και παρ’ όλ’ αυτά να φτιάχνεις κάτι, όσο μπορείς πιο γνήσιο, ώστε να τύχει να συνδεθείς μαζί τους, αν ακόμη μία φορά η τύχη το θελήσει.
                Είναι δύσκολο να μπαίνεις στην άλλη διάσταση τού δίπλα σου, όταν ακριβώς τις συντενταγμένες της δικής σου δεν γνωρίζεις. Και αυτό να το κάνεις με την δική σου αλήθεια. Να λες το ψέμμα σου, ακριβώς γιατί γνωρίζεις ότι οφείλεις στον εαυτό σου να το πιστέψεις. Κι όμως, αυτό που ζεις βουτώντας με τον άλλο στο ακόμη πιο άγνωστο, κι έτσι ελαφρώς ασφαλέστερο βάθος του άλλου, κάνει το αίμα στις φλέβες να κυλά πιο γρήγορα. Ζεσταίνει τα άκρα σου και οξύνει τόσο τον νου σου, που μπορεί και αγαπάει το συναίσθημά σου. Κι όμως, βγαίνοντας από την άλλη άβυσσο, η δική σου στέκει εκεί εμπλουτισμένη με νέες κολάσεις και λαβύρινθους απατεώνων παλιάτσων, λάγνων ηθικοδιδασκάλων, πιστών αγοραίων ερώτων, υπεύθυνων επαναστατών ενάντια στους δεσμούς, δεμένους όμως με την σειρά τους με υποκριτικούς όρκους σε θεούς ανύπαρκτους και αναγεννήσεις με θανάτους.

                Κι έτσι, απλά εύχεσαι να αποκοιμηθείς νωρίς, και ίσως να δεις και συ με τα ίδια σου κλεισμένα μάτια την χαμένη πραγματικότητά σου, ώστε να την πιστέψεις από μέσα σου.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Ο πυρήνας κάπου μέσα στο κενό

Όταν για πρώτη φορά βρέθηκε ο χαραγμένος βαθιά στα κατάστιχα, όχι μόνο της ψυχανάλυσης, αλλά των μυαλών και αυτού που νιώθουν ως ψυχή τους πολλοί άνθρωποι, S. Freud, να αναγνωρίζει την άμυνα του ανθρώπινου ψυχισμού και να της δίνει τα εκάστοτε αρμόζοντα ονόματα (γνωστά πλέον στους χώρους της θεραπείας), έφτιαχνε πραγματικότητα για μια ανθρωπότητα.
                Αν υποθέσουμε ότι ο εαυτός μας, αξιωματικά θεωρώντας τον, είναι ένας, τότε η πολύπλευρη έκφανσή του υποδηλώνει τον καταμερισμό του σε μικρότερα κομμάτια. Κομμάτια, τα οποία, αν και πολλών ρόλων τόσο διαφορετικών όσο και αλληλοεπικαλυπτόμενων, είναι κατά κάποιον τρόπο σχετικά. Ας πούμε, για αρχή σχετικά μεταξύ τους. Εννοώντας επί παραδείγματι ότι το πιο ευγενικό κομμάτι του εαυτού μου είναι σχετικό με εκείνο το οποίο οργίζεται. Ή από την άλλη το κομμάτι που λαχταρά να απολαύσει την χαρά της ένωσης με τον άλλο σχετίζεται με εκείνο το κομμάτι, που τρομαγμένο υποβάλλει σκέψεις εγκράτειας, το οποίο εν συνεχεία σχετιζόμενο με το κομμάτι που κατάπια μεγαλώνοντας στην κοινωνία μου επιβραβεύει τα ραβδοφόρα αστυνομεύοντα, φουσκώνει το πρώτο που επιθυμεί διακαώς την ένωση, μπερδεύει το συνειδησιακό μου «είναι» και, ακόμη περισσότερο, λέει ακατάληπτα λόγια μέσω του «φαίνεσθαι» μου. Και όλη αυτή η διαδικασία κυλάει κάπως έτσι. Πάντα όλα σχετίζονται με τα εκάστοτε σημεία αναφοράς τους.
                Ας πούμε, λοιπόν, ότι όταν χτίστηκαν τα θεμέλια της ψυχανάλυσης, τότε άνοιξαν ορίζοντες αντίστοιχοι με την πρώτη ανακάλυψη της μουσικής. Δεν γνωρίζω ποια είναι η πρακτική και έγκριτη επιστημονικά αρμονική σύζευξη της πλέον ψυχοθεραπείας με την τέχνη, όμως σίγουρα ο μικρόκοσμος της θεραπείας, ξεκινώντας κάποτε από έναν άνθρωπο κυρίως με ευαίσθητη σκέψη και εξελισσόμενος από λαμπρά μυαλά και μοναδικές ψυχές, που με τον τρόπο τους υπόκειντο σε αυτήν κάθε φορά, είναι ισάξια τουλάχιστον της πιο όμορφης μουσικής.
                Γιατί όταν βλέπω τα διαφορετικά κομμάτια μου, τα ίδια και διαφορετικά, όλα από την ίδια πρώτη ύλη φτιαγμένα, όμως μεταξύ τους άλλα, όταν πάω να πιάσω κάποιο και ξεγλιστρά γρήγορα πέφτοντας μέσα σε ρευστά άλλα, ωστόσο επίσης ξεχωριστά, τότε δεν έχω λόγια. Μονάχα σκέψεις και πόνο. Τόσες σκέψεις που σχεδόν αδειάζει ο νους μου. Οι ρωγμές μέσα μου, αδήλωτα σύνορα των μικρών κομματιών μου, φανερές και οφθαλμαπάτες -ποτέ μου δεν θα καταλήξω με  σιγουριά- χάσκουν και με πονάνε τόσο βαθιά, που δεν ντρέπομαι καθόλου να ομολογήσω πόσο απελπισμένα προσηλώνομαι σε αυτές και τις οδυνηρές συνέπειές τους, που ξεχνώ αυτά που ορίζουν και απορροφιέμαι από το κενό που βρίθει μέσα τους.
                Ευθύς με αντιλαμβάνομαι, σε κάθε ενδοσκόπηση, ως το δοχείο ενός κενού. Κενού όσο κενός μπορεί να οριστεί ο χώρος ανάμεσα σε δύο τυχαίους γαλαξίες. Η ματιά στέκει σε κάθε υποσύστημα ξεχωριστά, γεμίζει, μπερδεύεται με το ατέλειωτό του (σχετικά με τις δυνατότητες της συγκεκριμένης ματιάς), κάνει ένα βήμα πίσω πανικόβλητη από το ακατάληπτο του παρατηρούμενου κόσμου, και τότε βρίσκει το πιο τρομακτικό. Το κενό, την ρωγμή που από την άλλη της πλευρά κλείνει επίσης ένα άλλο ακατάληπτο. Και η συνέχεια φτάνει μέχρι εκεί που δεν μπορεί να συλλάβει η ματιά της ενδοσκόπησης. Ποιος όμως μπορεί να κατηγορήσει την λογική, όταν, αφού κάτσει και μετρήσει με βάση την ύλη, θα συμπεράνει ότι το κενό είναι ποσοτικά μεγαλύτερο στον παρατηρούμενο ενδοκόσμο; Ο εγκλωβισμός του απέραντου μη παρατηρούμενου αυτούσιου κενού, (αυτούσιο σε σχέση με απλούς συλλογισμούς) φέρνει τον κλονισμό. Γίνομαι το κενό που παρατηρώ, γιατί γεμίζει με την απέραντη αδειοσύνη του το μάτι μου, ή οι κόσμοι, που όσο και να προχωράω ποτέ δεν πατάω με στέρεα πόδια πάνω τους. Πάντα έχει και κάτι άλλο.
                Και έρχεται ο πατέρας της ψυχοθεραπείας, και καλεί τους πιο θαρραλέους να βουτήξουν μαζί μου στην απεραντοσύνη του άδειου, σα να μην έφτανε ο δικός τους πόνος. Και εκείνοι έρχονται. Βρίσκουν τον τρόπο να κάνουν το κομμάτι, μέρος του όλου, με έναν τρόπο που ο θόρυβος στα χέρια κάποιου μουσικοπλάστη γίνεται γλυκιά μελωδία. Και τότε, η συνεδρία φτάνει στο τέλος της.
                Και έρχεσαι με τα αγωνιώδη μάτια σου να κάνεις θορύβους με την τσαλακωμένη παρτιτούρα που κρύβει τόσο περίπλοκα κρυπτογραφημένο νόημα, που και αυτά δεν αντέχουν άλλο και νυστάζεις. Είναι πολύ για σένα να παίξεις μελωδία με τις ρωγμές, που ραμμένες πάνω στο ζωντανό κρέας σου, πονάνε αφόρητα όταν πάλλονται. Τόσο πολύ, που δεν αφήνει ο εγκέφαλός σου να προσέξει καν, αν κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Τι μελωδία λέμε; Δεν προσέχεις καν αν υπάρχει θόρυβος. Και τότε, τα κομμάτια σου κινούνται.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Μερικοί θεωρητικοί προβληματισμοί για την αναπόφευκτη ανάγκη των άλλων

Τι σημαίνει για την κάθε τυπολογία του χαρακτήρα μας η ανάγκη; Ποιον και τι έχουμε κάθε φορά ανάγκη; Μα, πιο πολύ από όλα γιατί έχουμε ανάγκες; Πώς είναι δυνατόν η ύπαρξή μας να προϋποθέτει την ύπαρξη των όποιων άλλων; Και αν είναι έτσι, είναι η ύπαρξή μας σχετική προς ποιο σημείο αναφοράς; Πρόκειται για τον σημαντικό άλλο, ο οποίος είναι με την σειρά του σχετικός με κάποιον ή κάτι άλλο; Και αν η ύπαρξη του τελευταίου είναι σχετική με κάτι άλλο, τότε είμαστε συνέχεια της επέκτασης ενός αντικειμένου ή μιας ιδέας (ο,τιδήποτε μπορεί να συμβολίζει αυτό το κάτι άλλο); Μα αν η σχετικότητα της ύπαρξής μας οφείλεται στην ύπαρξη κάποιου άλλου, και η δική του επίσης ύπαρξη σε σχέση με εμάς, τότε λογικά τι συμβαίνει; Υπάρχουμε και οι δυο μας ή μήπως απλά εξαφανιζόμαστε;   Αυτή την στιγμή κυρίως θα ήθελα να είχα κατανοήσει περισσότερο τα πολύ λίγα που έχω διαβάσει από τα πιο εκλαϊκευμένα έργα των πιο «φιλικών στην ευρεία χρήση» θεωρητικών της φυσικής. Αν θυμάμαι καλά, αλλά κυρίως αν κατανόησα έστω και λίγο σωστά, η παραπάνω σχέση μού φέρνει στο νου την «για αρχάριους» νοερή απεικόνιση στην οποία προέβην όταν πρωτοάκουσα για τα ζεύγη σωματιδίων – αντισωματιδίων, τα οποία όταν βρει το ένα το άλλο, τότε εξαϋλώνονται. Για την φυσική έχουμε εξαΰλωση, για την θεωρητική πραγματικότητα, εξαφάνιση;
                Και αν είναι κάπως έτσι τα πράγματα, τότε γιατί κάθε τύπος κυρίαρχης δομής προσωπικότητας λειτουργεί σε αυτήν, την εκτός επιλογής του (υποθετικά), ανάγκη με τόσο διαφορετικό τρόπο; Και αν τελικά, αυτή η διαφορετική συμπεριφορά δύναται να επιδράσει στο τελικό αποτέλεσμα της σύζευξης, τότε δε θα υπάρξει αφανισμός; Δύο κυρίαρχα εξαρτητικά άτομα, με βάση αυτή την λογική, δεν πρόκειται να ταιριάξουν και να αλληλοεξαφανιστούν ουδέποτε. Το αποτέλεσμα θα είναι δις εξαρτητικό, και όχι το τίποτα. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε την ανταγωνιστική σχέση των ανθρώπων σε αντιδιαστολή με την ως άνω περιγραφόμενη ζεύξη πιο ταιριαστή με τους «γενικούς» κανόνες, τότε ένας ναρκισσιστικός χαρακτήρας με έναν εξαρτητικό, δεν θα έπρεπε να αλληλοκαταναλωθούν με ραγδαίους ρυθμούς προκαλώντας (γιατί πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς του θα ξεφύγουν τυχαία από το πεδίο της ένωσής του, ίσως λόγω ταχύτητας, ίσως λόγω πεπερασμένης προόδου της ένωσης) απώλεια ενέργειας; Και τι είναι η ενέργεια αυτή; Οι ιστορίες στα βιβλία που διαβάζουμε ή μήπως οι απόγονοι της ύπαρξής μας; Οι σχετικοί με την ύπαρξη άλλων απόγονοί μας;
                Και ποια τότε θα είναι η αναγκαία εκείνη ψυχο-χωρική απόσταση μεταξύ των δημιουργών και των απογόνων, ώστε να μην καταναλωθεί το σχετικό «είναι» τους ακριβώς από τα μισά κομμάτια των πρώτων; Και αν, καταναλωθεί και εξαφανιστεί, τότε υπολείπεται κάτι; Λογικά, ναι, γιατί αλλιώς δεν θα είχαν ξεφύγει εξαρχής από την πρώτη εξαΰλωση. Άρα αυτό που υπολείπεται φτάνει στα μάτια μας αναζητώντας το δικό του σωματίδιο ή αντισωματίδιο, εφόσον εκείνο είναι αντισωματίδιο ή σωματίδιο αντίστοιχα; Και αν ναι, αν μέσα στον πεπερασμένο χρόνο δεν συναντήσει, και για κάποιο υπερβολικά τυχαίο λόγο, το υπόλοιπο του ζεύγους του, τότε θα είναι ενέργεια μέχρι της καταδικαστικής εξαφάνισής του;
                Τρομακτικό μού φαίνεται. Και αυτό γιατί δεν μπορώ να μην αγαπώ, και δεν μπορώ να μην κινούμαι ως υπόλειμμα της σχέσης των σημαντικών μου πρώτων άλλων μέσα στο σύμπαν της σχετικής ύπαρξής μου. Και όταν τα σωματίδιά μου βρίσκουν τα αντισωματίδια των άλλων και εξαφανίζονται, αυτά που διαφεύγουν τα βλέπει (ας πούμε σαν φωτεινή ενέργεια) ποιος; Γιατί μόνο εφόσον τα βλέπει κάποιος, μπορεί να είναι υπαρκτά φωτεινά σε σχέση με τα δικά του μάτια.
                Και από την άλλη, στις ανταγωνιστικές σχέσεις τι γίνεται; Γιατί υπάρχουν. Τότε τι; Δεν υπάρχει ένωση; Μια εναλλακτική συμπληρωματικής ένωσης μπορεί να κερδίσει στον αγώνα αυτόν;

                Μήπως τελικά, αν δεχτώ ότι έχω αμέτρητα ανθρωπίνως κομμάτια προσωπικότητας, και αντίστοιχα και ο έκαστος άλλος με τον οποίον συνδέομαι αναγκαίως, τότε πάντα θα υπάρχει (ανεξαρτήτως φαινομενικής συμπληρωματικότητας – ανταγωνιστικότητας) συνεχής (ανθρωπίνως) διαφυγή των φωτεινών σωματιδίων μου με συνοδό αναπόφευκτη εξαφάνιση των περισσοτέρων; Τι ακριβώς εξυπηρετεί η ανάγκη για τους άλλους σε εκτός ζεύγους επίπεδο;

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Οι δύο φοβισμένοι αδερφοί

             Έχει χαραχτεί μέσα μου η θύμηση μιας πρότασης σε ένα δοκίμιο ψυχαναλυτικό που κάποτε είχα διαβάσει, ωστόσο αυτή την στιγμή ο τίτλος και ο συγγραφέας του μού διαφεύγουν. Αυτό που θυμάμαι, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτό που είχε ειπωθεί από τους σχετικούς κύκλους για τον παρανοϊκό χαρακτήρα. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που έλεγε ήταν ότι ο παρανοϊκός, πιο πολύ από όλους, εκείνος είναι που εμπιστεύεται.
 Εμπιστεύεται σαν μικρό παιδί. Και αυτό το μέγεθος της επένδυσης είναι που κάνει να πονά σαν προδοσία η όποια ματαίωση από τους δικούς του. Εξάλλου, και με βάση τα υποστηριζόμενα από τους ευρωπαϊκούς ψυχοδυναμικούς, το οικογενειακό περιβάλλον προέλευσής του, όπου και έχτισε τα πιο κρίσιμα χρόνια του, η κάποια σταθερότητα στην τρυφερότητα, ακόμη και του ανώριμου περίγελου από τους σημαντικούς άλλους της τότε ηλικίας του, του χάρισε την δύναμη να διατηρήσει κατά κάποιον τρόπο τις σχέσεις του με τα αντικείμενά του.
Είναι εντυπωσιακή, κατά την άποψή μου, η ομοιότητα των παρανοϊκών με τα σχιζοειδικά χαρακτηριστικά. Αν και δεν είμαι το άτομο που κατέχει τις γνώσεις ώστε να μιλήσει για ηλικίες παγίωσης των κοινών πολλές φορές αμυνών τους και ανάγκης για προστασίας της ατομικής ασφάλειας του είναι τους, ωστόσο η ομοιότητα είναι κάπως εντυπωσιακή και ιδιαίτερη. Το βαθύ άγχος κλονίζει και σκιαγραφεί πολλά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά τους.
Ο κρυφά παντοδύναμος παρανοϊκός έχει κάθε λόγο μέσα του να πιστεύει ότι είναι ο πόλος έλξης κάθε επίθεσης εναντίον αυτής της παντοδυναμίας και του κράτους του, ο σχιζοειδής από την άλλη με την κατακερματισμένη υπόστασή του, νιώθει έντονη την ανάγκη να κρυφτεί στην μοναξιά του προκειμένου να μην σκορπιστεί στον αέρα την ανυπαρξίας και της  απορρόφησης. Φόβοι που ο πιο «νευρωσικός» τύπος προσωπικότητας δεν δύναται να νιώσει. Ο παρανοϊκός θυμός, υποκινούμενος από την ενοχή για την παντοδυναμία που οφείλει να βοηθήσει τους πάντες (γιατί μια παντοδυναμία που δεν μοιράζεται στους πάντες, δεν είναι παντοδυναμία, αλλά καταστροφική δύναμη), την τόσο ανυπόφορη ντροπή και αίσθηση κακότητας, την οποία δεν αντέχει και προβάλλει στους γύρω τους, είναι το πιο γοητευτικό στοιχείο της συγκεκριμένης κυρίαρχης δομής. Μόνο ένας παρανοϊκός, με αυτόν τον συγκεκριμένο θυμό, δηλώνει φωνάζοντας (κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά) πως έχει εμπιστευτεί. Έχει σχετιστεί τόσο απόλυτα, που χωρίς αυτό το απόλυτα δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο μία παρανοϊκή προάσπιση της σχέσης μπορεί να φτάσει το απόλυτο.
Είναι όμως και ο σχιζοειδής ο οποίος τραβά άλλο μονοπάτι με τον ίδιο ωστόσο τελικό προορισμό με τον παρανοϊκό. Για τον πρώτο η παθητικότητα είναι η επιλογή ζωής και έκφρασης της απόλυτης εμπιστοσύνης του στο τελικό μηδέν. Ότι δηλαδή ακριβώς επειδή το απόλυτο είναι σχετικό, και επειδή η πιθανότητα υπάρχει σε κάθε βήμα, τότε δεν χρειάζεται να θυμώσει. Εμπιστεύεται τόσο πολύ την μη εμπιστοσύνη του, ώστε και πάλι φτάνει να νιώσει την πικρία της προδοσίας. Μια πιο διάχυτη αίσθηση ίσως από αυτή του παρανοϊκού. Δεν χρειάζεται να προβάλλει τόσο όσο ο τελευταίος, ακριβώς γιατί εξαρχής θεωρεί ως βασικό αξίωμά του το μηδέν. Έτσι η ντροπή απλά αγνοείται, ο θυμός κατευθύνεται ελαφρά προς τα μέσα, η ανάγκη για απορρόφηση των άλλων δεν αντέχεται και προβάλλεται έξω , και ό,τι μπερδεμένο θάβεται πίσω από την φαντασία του. Και οι δύο κυνηγούν το απόλυτο μηδέν. Ο ένας με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους (παρανοϊκός), ο άλλος (σχιζοειδής) κατά κάποιον τρόπο εκ πεποιθήσεως. Για τον ένα η απειλή έχει όνομα, για τον άλλο δεν έχει όνομα η μη απειλή.
Τόσο όμοιοι, όμως και τόσο διαφορετικοί. Και ναι, για ακόμη μία φορά αναγνωρίζω και το πεπερασμένο των γνώσεών μου, την σχετικότητα των πάντων και την ύπαρξη μείγματος τυπολογιών χαρακτήρα. Όμως τα χαρακτηριστικά τους υφίστανται ακόμη και με την όποια σχετικότητά τους.

                Ποια ενσυναίσθηση μπορεί να χωρέσει τον πόνο από τις πληγές τους και να απαντήσει στον ρομαντικό ρεαλισμό τους; Είτε ως υπαρξιακό άγχος είτε ως άγχος αφανισμού, είναι πολύ.