Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Δεν είναι τελικά μόνο το όνειρο η οδός για τη θεραπεία του εαυτού

 Οι πληροφορίες που λαμβάνει κάποιος, μοιάζουν τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, πολυτιμότερες όταν επιτέλους αποδεχτεί ότι πάντα αυτό για το οποίο μιλάμε, εφόσον μιλάμε και δεν προβαίνουμε σε μαθηματικές επιβεβαιώσεις, διέπεται μονάχα μερικώς από μία αλήθεια. Κρατάω την αλήθεια αυτή θεωρώντας ότι η αναζήτηση νοήματος, αποτελεί διαδικασία αληθή ως προς την ενέργεια, αλλά υπολείπεται σημαντικά ως προς την αλήθεια του αντικειμένου. Εφόσον αναζητώ νόημα, αυτό σημαίνει ότι επιχειρώ προοδευτικά να φτάσω στην απαρτίωση μιας ιδέας, την οποία κάποια στιγμή ονοματοδότησα ως νόημα. Πολύ χειρότερα - για τη λογική και την ποσόστωση της αλήθειας - εάν το ονομάτισα έτσι, μέσω μιμητικής διαδικασίας. Το νόημα, ο σκοπός, η οποιαδήποτε ιδέα προτοποθετήθηκε προκειμένου να αλληλοσχετιστώ με το τριγύρω σύστημά μου μέσω μιας εναρμονιστικής απόπειρας ένταξής μου σε αυτό. 
          Έπειτα από τον παραπάνω συλλογισμό μου, και τοποθετώντας σε φαντασιωτικό επίπεδο την αναζήτηση μιας μακράς περιόδου στην ζωή μου, αισθάνομαι να διαθέτω μεγαλύτερη ευκινησία στην πορεία της προσωπικής μου σκέψης. Όπως, και ένας αγαπητός φίλος μού είπε κάποτε, μυώντας με στην άποψη του Αριστοτέλη περί ηλιθιότητας της αναζήτησης ακριβή προσδιορισμού των πάντων, "Όταν κρατώ ένα μήλο, είναι ανόητο να το διαπραγματευτώ, εφόσον στοχεύω σε περαιτέρω διεύρυνση της σκέψης μου", έτσι και τώρα, θεωρώ οντολογικά φιλικό προς τα "γούστα" μου το να υπάρχω μέσω της ενέργειας ή απουσίας αυτής, στο δεδομένο περιβάλλον μου. 
               Μπορεί ο "Γελοίος" του Ντοστογιέφσκι να ονειρεύτηκε την αλήθεια, όμως -καθώς δεν διαθέτω την εμπειρία των κάτεργων στη Σιβηρία, όπως ο μεγαλοφυής Ντοστογιέφσκι - δεν δύναμαι να έρθω σε τέτοια παρηγορητική σχέση με το ασυνείδητό μου.
                Όχι πως με αυτό τον τρόπο τα ερωτήματα τελειώνουν. Ίσα ίσα. Όταν το αντικείμενο της σκέψης δύναται να διευρυνθεί εμπεριέχοντας και άλλους πλην του ίδιου του εαυτού, τότε μπορούν να τεθούν τα περαιτέρω προς διερεύνηση και ενδεχομένως μια πιο "νευρωτική", όπως θα έλεγαν και οι Ψυχαναλυτές, ανησυχία σχετικά με την πραγματικότητα.




Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Θα θρέψει κάποιον άραγε η σαπίλα μας;

Βλέποντας τον κόσμο να ποδοπατά την άσφαλτο, σκέφτηκα πως όλοι μας, μοιάζουμε φτυστή ανθοδέσμη που έχει αρχίσει να ξεθωριάζει και να λυγάει τα κοτσάνια της. Μας έκοψαν απότομα εδώ και κάμποσο καιρό, απλά για να μας παίξουν στο χρηματιστήριο, επενδύοντας σε μετοχές μιας φούσκας ιδεολογίας. Δεν ξέρω πόσα χρόνια να μετρήσω πιο πίσω, κι ίσως, αν δεν χαράμιζα τον χρόνο μου στοχεύντας στην αποτύπωση των σκέψεών μου - θαρρείς και είναι τίποτα τρομερό η προσωπική εγκεφαλική βιοχημεία μου - να μπορούσα να βάλω την πινέζα, όπου ο αφέτης σήμανε παρακμή, στον ιστορικά χρονικό χάρτη.

                Οι ενεργητικοί μηδενιστές φιλόσοφοι, από ότι θυμάμαι από αυτά που νομίζω ότι κατανόησα διαβάζοντάς τους, μας τραντάζουν κάθε στιγμή από τους ώμους, να μας υπενθυμίζουν πως αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης, είναι η παρακμή. Κοιτώντας οποιοδήποτε σημείο, πιο πίσω χρονικά, στην ζωή μου μέχρι στιγμής, και συγκρίνοντάς το κατόπιν με το τωρινό, δεν είναι και πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσω ότι ζω το σάπιο μέρος του μεγαλείου της φύσης. Δεν χαίρομαι να αποσυντίθεμαι, και να αναζητώ σπασμένες ταυτότητες, λυγισμένα κλαδιά ψηλών δέντρων να κρατηθώ μήπως γλιτώσω από το χείμαρρο, που μέσα του κυλά η πεινασμένη μούχλα και φθορά.
                Ξέρω. Το έχω έχω πει και άλλες φορές. Πφφφ! Γεννήθηκα για να μην έχω νόημα. Και ακριβώς για αυτό το λόγο οφείλω, προς την αντίληψή μου αυτή, να τρέφομαι από την απαισιόδοξη σκέψη μου. Σκέφτομαι, έπειτα, ότι αυτή η ενασχόληση με την απουσία νοήματος, ίσως να δημιουργεί την τέλεια νοσηρή φαντασιωτική ανακάλυψή του, σε αυτήν ακριβώς την ηδονιστικά παρα-αυτοκτονική διαδικασία, που επιδίδομαι με κάθε ευκαιρία για αναψυχή. Κι όμως, δεν μού αρέσει να χαρακώνω την ταυτότητά μου, αυτό το φάντασμα τελοσπάντων της παρηγοριάς μου, τολμώντας να σκεφτώ την ίδια στιγμή ότι κατατρώγεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο από τα σκουλήκια της φύσης.

                Ίσως αν τώρα διάβαζα ιστορία, να βρισκα να μού δώσω μια λύση εξαφάνισης από την τωρινή χρονική «μπαστακοποίησή» μου στον κοινωνικά αντικειμενικό χρόνο. Όμως δεν ξέρω ιστορία. Δεν ξέρω επιστήμη. Και ως κομπλεξική αμφιβάλλω για το αν υπάρχει επιστήμη να αναστρέψει την πορεία μιας τέτοιας δύναμης. Τι; Η αλεπού 100 και το αλεπουδάκι 101; Εμείς δεν φτιάξαμε την επιστήμη, μήπως και ανατρέψουμε την φυσιολογική μας καταπάτηση;

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Πλαστικοποιημένο ηλιοστάσιο

Το κολύμπι στα ρηχά του χρόνου, δεν ξαλαφρώνει το σώμα από την ζέστη του καταπιεστικού καλοκαιριού. Ο σημερινός άνθρωπος αρέσκεται στην ανάλωσή του σε πράγματα τόσο ρηχά, που του εξασφαλίζουν ότι έχει ένα κάποιο δικαίωμα. Απλά ένα απροσδιόριστο κάποιο τυχαίο δικαίωμα. Τελικά αποδεικνύεται πως το δικαίωμα αυτό δεν είναι τόσο ασαφές. Πρόκειται για το πλεονέκτημα της υποταγής στις αισθήσεις, που βασανίζονται από τις δυστροπίες του καιρού. Ένα δικαίωμα που τον επικουρεί στο να διαιωνίζει μια κατάσταση σταθερής πορείας, προς τον απόλυτο θάνατο. Ίσως με αυτό τον τρόπο, δίνει μια ελπίδα στον ψυχαναγκαστικό εαυτό του, ο οποίος τον επιβραβεύει για την εγκράτεια που δείχνει στην αναζήτηση της αλήθειας, φτάνοντας στα όρια της αδιαφορίας για αυτήν. Αν κολυμπήσει στα ρηχά, γελιέται σα να σκέφτεται ότι τον περιμένει το βάθος της άπλας, στην διάσταση με διαφορετικό το πρόσημο του χρόνου.
                Καίμε τον χρόνο μας ζυμώνοντας το κρέας και τον εγκέφαλό μας να χωρέσει σε φορέματα « prêt-à-porter», μόνο και μόνο επειδή με αυθαίρετο τρόπο θεωρήσαμε ότι ο χρόνος, με όποιο πρόσημο μπροστά του, δίνει σε αυτό που τώρα μπορούμε να αντιληφούμε ως εαυτό μας, τις ίδιες πιθανότητες ύπαρξης.
                Φτάνουμε έτσι, με την μαγική πίστη στην παντοδυναμία μας, που νιώθει να ξεγελά το χρόνο με στιγμές μιας χρήσης, αθροισμένες σε σωρό βρωμερών απορριμάτων κατανάλωσης, να εξαερώνουμε το χώρο που μας περιβάλλει. Οι ατμοί της ρηχότητάς μας, ακριβώς με την δική μας θέληση, να αλλάξουμε σύσταση περιβάλλοντος, σαν να αλλάζουμε και την ενδότερη προσωπική μας ουσία κατ’ αυτόν τον τρόπο, γίνονται ο χειρότερος δυνάστης μας. Φτιάχνονται γκρίζα σύννεφα πιο χαμηλά στεκόμενα από το μέσο δέντρο, μαγνητικά ενωμένα με την φιγούρα μας, να απειλούν για την εντός ολίγων – ωστόσο άγνωστων ακόμη – λεπτών, συμπίεσή μας, στον πιο ανώριμο παλιό εαυτό μας.
                Η σκέψη έχει καιρό που γλίστρησε από την τρύπια τσέπη των στολών υπακοής μας, και το συναίσθημα οξειδώθηκε σε θεοποιήσεις της άσκοπης και αβαθούς χαράς και των παιδικών πεισμάτων, για  χατίρια που οι ίδιοι ξεχάσαμε πότε καν τα ζητήσαμε.

                Μας κοιτώ από τα μάτια μου, και συλλογίζομαι χωρίς καμία απολύτως απάντηση στο οπτικό μου πεδίο, από πού ήρθαμε; Είμαστε κάποιοι ή μας πλαστικοποίησε το τοξικό μας περιβάλλον; Μέχρι σε ποιο σημείο πίεσης θα φτάσει ο δυνάστης, μήπως και στάξει κάτι πιο απτό στα μάγουλά μας; Είμαι σχεδόν βέβαιη πως όσο σε συμπιέζουν προς τα κάτω, με αντιστρόφως ανάλογο τρόπο και ταχύτητα κονταίνουν τις ρίζες σου στο γήινο χώμα που πατάς. Πατώ κι εγώ. Δεν εξαιρούμαι.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Όσο πιο ολόκληρος, τόσο πιο επικίνδυνος

Πιο πάνω από την άρνηση βρίσκεται ο φόβος της αποδοχής του δοχείου, που δεν χωρά μέσα του αποκλειστικής ουσίας περιεχόμενο, αλλά γεμίζει (αφρίζοντας) διαφορετικά μείγματα χαρακτηριστικών. Αν μέχρι πρόσφατα πίστευα ότι το να γυρνάς την πλάτη σου ξεχύνεται από μια αφόρητη διέγερση, που προκαλείται από κάθε επικίνδυνο «άλλο», άρα και σημαντικό, πλέον, σχεδόν καταθέτω τα όπλα βλέποντας πως το "σχετίζεσθαι" αφορά τελικώς στην οριακά μη αβάστακτη δύναμη του δεσίματος. Δέσιμο με μια ουσία που απαραίτητα μαζί με την πικρή της γεύση, γεμίζει οφέλη την ταυτότητα ή/και από την άλλη με την γεμάτη πολύ-οργασμικές δονήσεις εγγύτητάς της, φέρνει κρυφά το επακόλουθο συναίσθημα της απελπισίας. Και καμία απελπισία δεν είναι από μόνη της ικανή να σε πείσει ότι έχει τέλος, εφόσον βέβαια, μιλάμε για ένα συναίσθημα που σέβεται τον εαυτό του. Ένα συναίσθημα τόσο έντονο που τολμά να κυβερνά και την πιο στέρεη λογική.
                Πιο πολύ από το να φοβάσαι σαρώνει κάθε κύτταρό σου το να αντέχεις την σύνδεση με την απαραίτητη άγνωστη μεταβλητή – και υποχρεωτικά εμπεριέχουσα επικίνδυνα στοιχεία πλην των γοητευτικών – του «είναι» του άλλου. Δεν υπάρχουν συναισθηματικοί μονόχειρες στις ανθρώπινες σχέσεις. Και αν δε θες να περάσεις το υπόλοιπο χρονικά της ζωής σου μόνο με σκέψεις και νοητικές εξομοιώσεις του αγγίγματος, πρέπει να πιάσεις γερά το σύρμα και με τα δυο χέρια. Ακόμη και αν δεν βλέπεις το σημείο που έχει «αγριέψει» και σε απειλεί με πληγές και θάνατο στα επόμενα 24ωρα, γνωρίζεις ότι θα το αγγίξεις. Και θα το κάνεις απόλυτα συνειδητά, μόνο και μόνο γιατί το άλλο σου χέρι κατευθύνεται από την βαρύτητα της ανθρώπινης φύσης σου με μεγάλη επιτάχυνση προς τα κάτω, και μοναδική σωτηρία από το να χωθεί μέχρι τον αγκώνα, στραμπουληγμενο, στο χώμα είναι να γαντζωθεί απεγνωσμένα στο αναφερόμενο αυτό σύρμα.

                Και όμως, αυτό που συμβαίνει δεν διαφέρει και πολύ από μια έντονη ψυχική προπαίδευση, που χτίζει βιωματικό συναίσθημα, αλλά διεγείρει ενοχλητικά τσιμπώντας τις απολήξεις σου.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Μια ορφανή από την γέννησή της αδελφότητα

Αν κάπου θα μπορούσα να χωρέσω την σημερινή ασχημάτιστη ανησυχία μου, αυτό θα ήταν στο μοναστήρι του μυαλού μου. Ένα ασκητήριο πιο θρησκευτικό, ακόμη και από τους πρωτο – πιστούς, ακόμη και αν όπως έχω πολλάκις αναφέρει πως η πίστη μου δεν έχει αντικείμενο να επενδυθεί. Μέσα στο κεφάλι μου βρίσκεται μία ολόκληρη κοινότητα σε μερική συνεργασία και με ψυχαναγκαστική αναζήτηση σκοπού, ο οποίος προσεγγίζεται με χειρωνακτική εργασία και μυστικιστικές διεργασίες. Εντάξει, το υπαρξιακό, χωράει στο ίδιο παλτό με την ίδια άνεση που χωράει και ο μυστικισμός. Προσωπικά, τους δικούς μου συλλογισμούς τούς αμφισβητώ έντονα όσον αφορά στην λογική τους σύνδεση. Δεν ξέρω αν χώνεται κάπου το ασυνείδητο, αν έχω πολλές άμυνες ή καθόλου, πάντως μού αρέσει αυτό το βράδυ να σκέφτομαι το νου μου, ως κοινοβιακό μοναστήρι χωρίς θέμα.
                Δεν μυρίζει λιβάνι, αλλά καλοκαιρινή νύχτα, δεν ακούγονται προσευχές, αλλά η ελπίδα γουργουρίζει σε κάθε εγκεφαλικό κύτταρό μου, λιμασμένη. Ακόμη και η νοερή μακέτα του κοινοβίου αυτού, δεν έχει τα απαραίτητα κατά τη νόρμα επίπεδα αδελφοσύνης, ή ακόμη και κοινοκτημοσύνης. Μερικές φορές ξαφνιάζομαι από τα κρυμμένα αποθησαυρισμένα παράγωγα ορισμένων κομματιών μου από κάποια άλλα πιο «έντιμα». Κι όμως, για να μπορώ να γράφω και να πληρώνω την τροφή του σώματός μου – εννοώντας, η υπερβολική, το να βιοπορίζομαι – αυτό σημαίνει ότι όλα τα μέλη του νου υπακούουν με διαφορετικό τρόπο, αλλά τελικά, υπακούν στην ηγουμένη της κοινότητας.
                Αυτή την στιγμή, λοιπόν, νομίζω ότι η συγκεκριμένη έχει αποσυρθεί στο ολόιδιο με τα υπόλοιπα, κελί της και εξουθενωμένη στριφογυρίζει στο στενό κρεβάτι της μήπως προλάβει να ξεκουράσει κάτι, από αυτό που έχει λίγο ακόμη να γεράσει, προτού πεθάνει κι αυτό. Η δαχτυλογράφος δεν είναι και εκείνη άλλη, από ένα ακόμη μπερδεμένο μέλος αυτού του παράξενου τρόπου ζωής. Όχι, βέβαια, πιο παράξενος από τον εγκόσμιο. Σήμερα μένει ξύπνια, ανακουφισμένη από τον ύπνο που συντροφεύει την φυσική ευτυχία των αδελφών της, σε ένα στενό με πανύψηλους τοίχους δωμάτιο, γεμάτο μέχρι το όχι και τόσο σύγχρονο πανύψηλο ταβάνι βιβλία ειδικού περιεχομένου. Σκέφτεται πως ο εγκλωβισμός δεν έχει τελικά να κάνει τόσο με το χώρο, το περιβάλλον, ή ακόμη και τις επιλογές. Ο εγκλωβισμός είναι η άλλη όψη της ελευθερίας. Μπορεί να κάθεται στην δερμάτινη βαριά πολυθρόνα της κάτω από το κίτρινο ημίφως που αντανακλάται σε όση έχει μείνει, ακάλυπτη από σελίδες, ξύλινη επιφάνεια, ώρες πολλές, γνωρίζοντας ότι ακριβώς το να βγει παραέξω, αυτό θα είναι και ο ασφυκτικός περιορισμός της.
                Όταν έχεις να επιλέξεις, νιώθεις πως υπάρχει μέλλον, πως, ακόμη και αν στο επόμενο λεπτό είναι προγραμματισμένο να σκάσουν τα έντερά σου, εσύ θα είσαι μέχρι της ελεύσεώς του, απόλυτα σίγουρος, ότι το τέλος αναβάλλεται τουλάχιστον μέχρι της ανάγνωσης της τελευταίας σελίδας του αναγνώσματός σου. Μέσα στην τεράστια, για τα δεδομένα της, βιβλιοθήκη, κατάφερε να δώσει συνέχεια στην υποθετική γραμμική της ύπαρξη. Κι όμως, αυτή την στιγμή, δεν διαβάζει παρά δακτυλογραφεί. Δίχως θέμα, δίχως σκοπό και με γενική πρόγνωση, την επομένη, η ηγουμένη να λυπηθεί για την απώλεια των λογικών της νεαρής γραμματιζούμενής της. Κουτουλάει απαλά το μέτωπό της στο γραφείο και προσπαθεί να θυμηθεί πως κάποτε ένιωθε διαφορετικά.
                Για παράδειγμα κάποτε ανυπομονούσε να μαζέψει καλαμπόκια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η αδερφή που κοιμάται στο ακριβώς από κάτω κελί της, ανυπομονεί να εξαφανιστεί από τις συνάξεις, όχι για την ελπίδα στο μέλλον, αλλά γιατί οι μαστοί της αγαπημένης αγελάδας της, σίγουρα θα έχουν αρχίσει να πονάνε από το βάρος του παραπάνω γάλακτος, και πρέπει να τρέξει να την ταϊσει και να την ανακουφίσει. Το ίδιο και κάτι κατσίκες που μόλις απέκτησε. Και από εκεί να βάλει όλη της την τέχνη να φτιάξει προμήθειες, προκειμένου να μπορεί αυτήν ακριβώς την στιγμή να ηδονίζεται από τον πόνο της κούρασης του σώματος, όπως απλώνεται με φθίνουσα ισχύ σιγά σιγά στο κρεβάτι της. Δεν θυμάται καν αν πρόλαβε να ψελλίσει μια πρόχειρη προσευχή. Όμως στο δικό μου κοινόβιο δεν υπάρχει θεός, αλλά αυτό το κάτι που μας υπερβαίνει όλες μας. Και σε αυτό ελπίζουμε προκειμένου να γεμίσουν οι ρωγμές στο κτίριο που με τόσο κόπο φτιάξαμε, βοηθώντας η καθεμιά με τον τρόπο της. Η αδερφή αυτή, λοιπόν, δεν πρόλαβε να ελπίσει σήμερα, ακριβώς γιατί αυτό που χρειαζόταν ήταν ο ύπνος και να αποκάμει για μερικές ώρες, πριν το χορτάρι στην κοιλιά του μεγάλου ζώου, δώσει εκ νέου «καρπό».

                Μα είπα ήδη ένα μεγάλο ψέμα. Το χτίσμα δεν το φτιάξαμε μόνες μας. Βοήθησε και κόσμος από έξω. Στις αρχές ήρθανε πολλοί, θυμάμαι, και ο σκοπός του καθενός ήταν προσωπικός και πλέον είμαι σίγουρη, άγνωστος στον οποιονδήποτε άλλο. Δεν μπορώ να κατηγορήσω που ανθρώπινα χέρια οδήγησαν σε ρωγμές ανάμεσα στα δωμάτιά μας, αφού όλες μας έχουμε κάτι από ανθρώπινη φύση κάτω από τις φορεσιές μας. Το ανθρώπινο είναι μοναδικό. Κι όμως, εγώ που συνεχίζω να γράφω, είμαι και γω άνθρωπος. Για ποιον λόγο δε νυστάζω, παρά θα με πάρουν τα χαράματα ανέτοιμη για έναν περίπατο στον κήπο με τις πιπεριές και τα κολοκυθάκια, που τα σπείραμε όλες μαζί δακρύζοντας στα θεμέλια κατεδαφισμένη εκκλησία μας;

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Γι' αυτό σε κοροϊδεύω

                Μού προκαλεί εντύπωση το πόσο πολύς κόσμος (δεν εξαιρώ τον εαυτό μου απαραίτητα), προσπαθεί να αργοσύρει το σώμα του μέσα σε ένα κάδρο, αγνοώντας ακόμη και τα πιο βασικά πράγματα, που τάχα τον καθορίζουν.
                Ψάχνει να βρει ποιος είναι εκείνος που κλότσησε το υποστύλωμα του «σχετίζεσθαί» του με τους άλλους. Σχεδόν αγνοεί ότι αυτό ακριβώς το "σχετίζεσθαι", αφορά σε μία δύναμη, στον ένα πόλο του διανύσματος της οποίας, βρίσκεται, αυτό, το άγνωστο δικό του «είναι». Θα τολμήσω να μιλήσω για «εγώ» στη θέση του «είναι». Μέχρι και γι’ αυτό δεν έχει επιχειρήσει να διαμορφώσει πρόχειρη αποτύπωσή του στο νου του. Ποιος θα τον δικαιολογήσει, όμως, γι’ αυτήν την άγνοιά του; Ποιος θα ανακαλύψει την ύπουλη, κατά τα φαινόμενα μη υπαρκτή, ενοχλητική φαγούρα του, μήπως και τα νύχια του προλάβουν να την φτάσουν, όταν τα μάτια του διπλανού του κάθονται γυάλινα στολίδια ατενίζοντας τις μύτες των παπουτσιών του; Ποιος θα τολμήσει να τον κατηγορήσει, όταν δεν γνωρίζει καν το τι μπορεί να σημαίνει μονάδα μέτρησης, ή δεν έχει προλάβει να κάνει την σύναψη ότι υπάρχει τουλάχιστον η σχετικότητα;
Κάποιος θα είναι, λοιπόν, που θα αναρωτιέται για την αιτία της προαναφερθείσας κλοτσιάς. Κάποιος άλλος θα σβήνει τσιγάρα στην σάρκα του, αμέσως μόλις πεισθεί ότι αυτός είναι ο ένοχος της διάλυσης. Κάποιος θα ντρέπεται, γιατί από την μία κάλτσα του ξεμύτισε το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του, κι ευτυχώς που δεν φαίνεται. Άλλος θα κάνει τα γυάλινα μάτια τού δίπλα του κόσμημα στο λαιμό του. Άλλος θα περπατά αδιάλειπτα, λιώνοντας τα δικά του παπούτσια στο ίδιο ακριβώς μέρος που χώρεσαν ίσα ίσα τα πέλματά του. Μπορεί και για πάντα μένοντας πάντα στο ίδιο σημείο. Άλλος θα ψάχνει πόλο πάνω στον πόλο του, και άμα συνειδητοποιήσει το μάταιο αυτού, τότε αντί να δει απέναντι, μπορεί να σκάψει αυλάκι στο έδαφος, βάζοντας το κάθε ένα από τα μισά του, δεξιά και αριστερά της βαθιάς γραμμής που διχοτομεί το «είναι» του. Κάποιος θα κλαίει τόσο γοερά, ώστε θα τρίξει η γέφυρα, και από τα δάκρυά του θα φτιάξει ένα ρυάκι, που θα το τρέμει σα να είναι ο πιο ορμητικός χείμαρρος.
                Και λέω τώρα, γιατί να κάθεται ο άλλος να ψάχνει «δαίμονες» που γκρέμισαν τις γέφυρες, όταν οι δύο όχθες, δεν έχουν ποτάμι ανάμεσά τους; Ή από την άλλη, αν το ποτάμι όντως φούσκωσε και εγκόλπωσε την γέφυρα, πώς είναι σίγουρος ότι δεν πνίγηκε ακόμη; Ή έστω, ότι δεν βαδίζει, παρά κολυμπά; Μήπως η σχέση μεταξύ των ανθρώπων, δεν είναι τίποτα άλλο, πέρα από από ένα κύμα της θυμωμένης φαντασίας μου; Μήπως εγώ να είμαι που ψάχνω αυτόν που κλότσησε το στήριγμα του "σχετίζεσθαι" και δεν κάνω τον κόπο, τόσο όσο μπορώ, ώστε να καθορίσω περίγραμμα, πάνω στο οποίο, τουλάχιστον θα μπορώ να μπήξω τα νύχια μου να ματώσω την φαγούρα μου; Μήπως εγώ είμαι λάθος; Μήπως εγώ κλότσησα; Μήπως εγώ μπήκα κάτω από την πέτρινη γέφυρα του ξεραμένου τελικά ποταμιού, με την δική μου θέληση, αναμένοντας το φανταστικό πόδι που θα οδηγήσει, για ένα καπρίτσιο ή έστω από κακή ανατροφή, την πολτοποίησή μου από τα ογκώδη λίθινα τμήματά της; Μήπως ο δίπλα είμαι εγώ, μήπως εγώ είμαι οι άλλοι, μήπως οι άλλοι μού μοιάζουν, μήπως μιλάω από τον κάδο που μ’ έριξαν σαν γλιστερό σκουλήκι, κάμποσο νωρίτερα της γέννησής μου;

                Κατηγορώ, λοιπόν, εσένα που δεν κοιτάς τα χάλια σου, και μιζεριάζεις στην κατάντια
σου, μήπως και φτιάξω άλλοθι, να υποθέσω πως υπάρχω.

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Λατρεία της απορίας

Εάν η πίστη είναι συστατικό της ανθρώπινης ζωής, τουλάχιστον μέχρι το παρόν στάδιο στην εξέλιξή της, τότε αυτό που τελικώς θα καταλήξω, ανεξαρτήτως προσωπικής βούλησης, είναι να αναζητώ υποχρεωτικά το αντικείμενό της. Είμαι της άποψης, εμπειρικά οδηγούμενη, ότι η απώλεια του αντικειμένου της πίστης ίσως να μην είναι τόσο παρακωλυτική στην ανάπτυξη μιας αίσθησης ενός κάποιου εαυτού, όσο επιβλαβές μπορεί να καταλήξει από την άλλη το απροσδιόριστο αίσθημα πίστης σε, σταθερό στην μη μορφή του, αντικείμενο.
                Πρόσφατα περιστρεφόμουν νοητικά γύρω από την απαραίτητη πίστη του παιδιού στα αισθήματα της προσωπικής του παντοδυναμίας και στην συνέχεια στην ισχύ των σημαντικών του άλλων, στο κατάλληλο βέβαια εξελικτικό του στάδιο, προκειμένου να ορθοποδήσει στο μέλλον, ως ανεξάρτητο των άλλων μοναδικό άτομο. Κάπως, σα να είναι απαραίτητο στην αρχή να βιώσεις το παραμύθι σε κάθε του πτυχή, προκειμένου να ξυπνήσεις στο οπισθόφυλλο, αποχωρισμένος ταυτοτικά από τους άλλους, και σχεδόν έτοιμος να ξεκινήσεις να γράφεις ιστορία.
                Βέβαια, η πίστη σε κάτι υπεράνθρωπο, αποσκοπεί και σε κάτι περισσότερο από την ατομική πρώτη ωρίμανση. Δεν είναι ασυγκράτητη ενέργεια στα χέρια του καθενός από εμάς μαθητευόμενου μάγου. Είναι κάτι έξω από εμάς, που δεν το ακουμπάμε ποτέ με τα χέρια ή τα μάτια μας, που δεν σχετίστηκε ποτέ με μας και που, από την άλλη, μόνο υποθετικά σχετιστήκαμε μαζί του. Νομίζω πως έχω περάσει στο αντικείμενο της πίστης, και όχι σε αυτήν καθεαυτήν. Όσο ανεξήγητο μού φαίνεται το να υπάρχει κάτι άπιαστο, αν και δικό μου, και μερικώς άγνωστο σε μένα, κάτω από το πετσί μου, άλλο τόσο προβληματίζομαι και αγνοώ βασικά στοιχεία λογικής σε ότι βρίσκεται έξω από το πετσί μου. Ας πούμε, ότι κάνω φιλότιμες προσπάθειες να αγγίξω το έξω με το νου μου. Κατέκτησα το λόγο και με κάποιο τρόπο, περισσότερο τυχαίο, παρά συνειδητό αποτέλεσμα της ενέργειας των πρώτων σημαντικών ανθρώπων της ζωής μου, αποχωρίστηκα ταυτοτικά ως οντότητα. Με όποιους όρους οντότητα. Δεν είναι δυνατός επί του παρόντος ο προσδιορισμός της. Άρα, επιπλέον των προσπαθειών για συλλογισμούς  που συνάδουν με την πιο απλή λογική, ακριβώς με την ίδια «γεννήτρια» φτιάχνω και συναισθήματα.
                Τι είναι τα συναισθήματα; Προς το παρόν θα προχωρήσω επίσης αγνοώντας την ανάλυση της φύσης τους. Ωστόσο, πρόκειται σε γενικές γραμμές για ήχους παρόμοιους της λογικής αλλά εντελώς άλλης συχνότητας. Και με τα δύο επικοινωνώ με τους εκτός πετσιού μου. Αναζητώ αντικείμενα και πάσχω να συνδεθώ μαζί τους, πολλαπλασιάζοντας το επίπεδο δυσκολίας αυτής της επιχείρησης, με την υποχρεωτική παρουσία αντίστοιχης προσπάθειας από το ίδιο το αντικείμενο, να γίνει δέκτης, και πομπός ανατροφοδότησης προς διάφορες κατευθύνσεις σχέσεων.
                Το αντικείμενο της πίστης, όμως, με ποιον τρόπο συνδέεται με εμένα ή τα λοιπά μέσα ανθρώπινα όντα; Και σε περίπτωση που αφορά σύνδεση και από τις δύο μπάντες, για κάποιον λόγο, θεωρώ φρόνιμο να απορρίψω εξαρχής της ταυτόχρονη λειτουργία μυαλού καρδιάς προκειμένου να επιτευχθεί η πίστη σε κάτι. Άρα ποιο προηγείται;

                Και περιστρεφόμενη γύρω από αυτή την υποθετική σχέση, με μόνο στοιχείο την προσωπική μου εμπειρία, τα δεδομένα μου περιορίζονται στο ότι όταν αποδεσμευτεί η λογική από το αντικείμενο της πίστης, το συναίσθημα με κάποιον πολύ δυνατό λανθάνοντα τρόπο παραμένει. Είτε αμβλυμένο, είτε αλλαγμένο, μερικώς ή πλήρως. Σχεδόν αυτή την στιγμή, δεν μπορώ να αποφασίσω αν η ίδια η πίστη, αποτελεί λογική, παρα-λογική, ή συναισθηματική λειτουργία.